"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Το λιοντάρι του Πειραιά (Ο Δρόμος του Δράκου)

Το Έκτο Λύκειο Πειραιά επισκέπτεται τον Πειραϊκό Λέοντα στη Βενετία το 1982


Του Στέφανου Μίλεση

Ποτέ άλλοτε και για κανένα άλλο μνημείο πόλης, δεν έχουν μείνει αναπάντητα τόσα ερωτήματα, όσο για το λιοντάρι του Πειραιά.
Ερωτήματα χρόνου (πότε κατασκευάστηκε),
Ερωτήματα τόπου (ποιο ακριβώς ήταν το σημείο στο οποίο δέσποζε),
γλύπτη που το φιλοτέχνησε και τέλος
ερώτημα περί του λόγου κατασκευής και τοποθέτησης (με ποιο δηλαδή ιστορικό γεγονός συνδέεται η αφιερωματική κατασκευή του).
Επιπρόσθετα ερωτήματα αφορούν στο ποιος χάραξε -πολλά χρόνια αργότερα- επιγραφή στη ράχη του και για ποιόν λόγο. 

Το λιοντάρι του Πειραιά, αποτέλεσε για χρόνια το σύμβολο μιας πόλης, ο άγρυπνος φρουρός του λιμανιού, αλλά και σύμβολο της δύναμης και της πνευματικής κυριαρχίας της πολιτείας όπου δέσποζε. Καθισμένο στα δύο πίσω του πόδια, στην ακτή του πειραϊκού λιμένα, με το τεράστιο μέγεθός του και με ορθωμένο κεφάλι του, το λιοντάρι έχοντας το στόμα του μισάνοιχτο, ήταν έτοιμο ανά πάσα στιγμή να επιτεθεί στον επίδοξο εισβολέα της πόλης.

O Πειραϊκός λέοντας όπως είναι σήμερα στο Ναύσταθμο της Βενετίας

Στεκούμενο στον μυχό του λιμανιού, έδινε την εντύπωση της ήρεμης επιφυλακής, της επίπλαστης δηλαδή ηρεμίας που έχει ο φρουρός εκείνος που όταν εκτελεί μια μακρά βάρδια, γνωρίζει ότι αναμένει να δεχθεί επίθεση διατηρώντας έτσι όλες τις αισθήσεις του σε εγρήγορση παρά την εξωτερικά ήρεμη όψη του.

Αυτή η αίσθηση κολοσσιαίας δύναμης που εξέπεμπε, ήταν που προέτρεψε τον ιστορικό Ulrichs να ταυτίσει την ονομασία Άλκιμος ακτή του Πειραιά με το σημείο που ίσως καθόταν ο Λέοντας, καθώς Άλκιμος είναι ο ισχυρός. Και αυτός ο άλκιμος γίγαντας σύμφωνα με την άποψή του, ίσως να ήταν ο υπεύθυνος της ονοματοθεσίας της ομώνυμης ακτής (ακρωτηρίου) σε Άλκιμο Ακρωτήριο (θέση που σήμερα καλείται Ακτή Ξαβερίου). 

Άλλοι ερευνητές πάλι διαφωνώντας με αυτή την τοποθέτηση, καθορίζουν τη θέση της αγρυπνίας του, εκεί που άλλοτε βρισκόταν το ιστορικό ρολόι του Πειραιά (παλαιό Δημαρχείο), στην έκταση μεταξύ του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου και του Τινάνειου Κήπου. Επικρατεί επίσης η άποψη ότι το λιοντάρι μετακινήθηκε στο διάβα των ετών και αλλού βρισκόταν στα αρχαία χρόνια συγκριτικά με τη θέση που κατείχε την εποχή του Μεσαίωνα.  

Και αν παραμένει στην ουσία άγνωστη μέχρι τις μέρες μας η ακριβής θέση του, ακόμα μεγαλύτερες φαίνεται πως είναι οι διαφωνίες που έχουν να κάνουν με τη χρονολόγησή του, αφού κανείς ιστορικός ή περιηγητής της αρχαιότητας δεν αναφέρει κάτι για την ύπαρξή του, ούτε κατά τους κλασικούς χρόνους αλλά ούτε την ύστερη περίοδο της αρχαιότητας.
  
Παρά το γεγονός ότι κάποιοι ιστορικοί μελετητές ανάγουν τη φιλοτέχνησή του στους κλασικούς χρόνους, αυτό δεν τεκμηριώνεται από τις υπάρχουσες πηγές. Άλλοι ισχυρίζονται ότι στήθηκε προς ανάμνηση της Μάχης του Μαραθώνα, ενώ άλλοι ότι στήθηκε στον Πειραιά μετά τη νικηφόρο ναυμαχία της Σαλαμίνας. 

Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να μιλάμε για Λέοντες του Πειραιά και όχι για το Λιοντάρι του Πειραιά, στηριζόμενοι στο γεγονός ότι πέριξ του Πειραιά βρέθηκαν και άλλοι λέοντες (σε φυσικό μέγεθος, που εκτίθενται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιώς). Η άποψη των πολλών λεόντων ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο Μελέτιος τον 17ο αιώνα έγραψε ότι ο Πειραιάς καλείται από τους Ιταλούς Πόρτο Λεόνε λόγω των λίθινων λεόντων (πολλών δηλαδή) που είναι μεγάλα και αξιόλογα και που βρίσκονται σε αυτό το λιμάνι.

Άλλοι εξέφρασαν την άποψη ότι τα λιοντάρια ήταν τουλάχιστον δύο στους αρχαίους χρόνους, τοποθετημένα στις άκρες του αρχαίου λιμένα, στο σημείο εκείνο που μια μεγάλη αλυσίδα εξασφάλιζε την ελεγχόμενη είσοδο και έξοδο των πλοίων.

Δεκατρία χρόνια πριν την αρπαγή του, το 1675, οι ξένοι περιηγητές Spon και Wheler που το είδαν από κοντά επισκεπτόμενοι τον έρημο τότε Πειραιά, άφησαν περιγραφή για το Λιοντάρι, σύμφωνα με την οποία ένας σωλήνας διέσχιζε όλη την ράχη του, φτάνοντας μέχρι το στόμα του, γεγονός το οποίο τους οδήγησε στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για δημόσια Κρήνη. Αυτοί είναι επίσης που διέσωσαν έναν από τους πολλούς μύθους γύρω από την ύπαρξή του, που αφορούσαν στις κρύφιες δυνάμεις του λιονταριού τις οποίες κατά κόρον αντάλλασσαν τα πληρώματα των ξένων πλοίων που κατά καιρούς έφταναν στον Πειραιά, κάτι που τότε δεν ήταν αφύσικο καθώς τα πλήθη μαστίζονταν από άγνοια, προκατάληψη και τάση προς μυθολατρεία και δεισιδαιμονία.

Οι ταξιδιώτες και οι ναύτες είχαν πλάσει ποικίλες ιστορίες γύρω από την ύπαρξή του, όπως για παράδειγμα ότι μια έγκυος Τουρκάλα που το κοίταξε γέννησε τέρας με πρόσωπο λιονταριού, αυτιά λαγού και πόδια ανθρώπινα, το οποίο τερατόμορφο αυτό πλάσμα αμέσως μετά τη γέννησή του έβγαζε κραυγές όμοια με σκύλο. Τότε οι Τουρκικές αρχές, όπως λέγεται, διέταξαν τη θανάτωσή του ενώ δεν επέστρεψαν την ταρίχευσή του και την αποστολή του στη Γαλλία προς μελέτη.

Φανταστική αναπαράσταση του Λέοντος από περιηγητή του 18ου αιώνος.
(Πηγή: Ο Πειραιεύς του Χρήστου Πανάγου)


Παρόμοιοι μύθοι με αυτόν κυκλοφορούσαν σε όλη την περίοδο του Μεσαίωνα, δημιουργώντας τόσο μεγάλες εντυπώσεις στους ναυτικούς κύκλους της εποχής, που αρκούσαν ώστε η αρχαία ονομασία του Πειραιά να χαθεί και να αντικατασταθεί στους χάρτες από το Πόρτο Λεόνε και στις διάφορες εκδοχές του

Αλλά και οι Τούρκοι δεν υστερούσαν, αφού για τον ίδιο ακριβώς λόγο της ύπαρξης δηλαδή του λιονταριού και των μύθων γύρω από αυτό, είχαν ονομάσει τον Πειραιά Πόρτο Δράκο ή Ασλάν Λιμάν.


Πρώτη αναφορά σε ξένους χάρτες για τον Πειραιά ως Πόρτο Λεόνε σημειώνεται στους χάρτες του Πέτρου Βισκόντι το 1318.  Η ανυπαρξία αναφοράς του Λιονταριού από τους αρχαίους ιστορικούς και γεωγράφους σε συνδυασμό με την ύπαρξη της πρώτης αναφοράς μόλις το 1318, είναι που δημιουργεί τις αμφιβολίες για το αν το έργο αυτό είναι της Κλασικής, της Ρωμαϊκής ή ακόμα και της Βυζαντινής περιόδου. 


Ανεξάρτητα από το έτος κατασκευής, η επιρροή και η φήμη που άσκησε το λιοντάρι πάνω στην έρημη πόλη του Πειραιά ήταν τόση, που έφτασε να ονοματίζει μέχρι και τις αρχές του 19ου την ίδια την οδό Πειραιώς η οποία σε συμβόλαια δικαιοπραξιών αναφέρεται ως "δρόμος του Δράκου" (υπ΄ αριθ. 903 συμβόλαιο προικοπαραδόσεως της 10-2-1838. Στο συγκεκριμένο καλείται έτσι από τον Νοτάριο Αθηνών Παναγή Πούλο). 

Το Λιοντάρι του Πειραιά είχε αποκτήσει κατόπιν αυτών τεράστια δημοσιότητα στους ξένους, όχι για την περίτεχνη κατασκευή του ή την αρχαία προέλευσή του, αλλά λόγω των μύθων που το περιέβαλλαν. Η φήμη ήταν τόση ώστε περιηγητές κατέβαιναν στον Πειραιά ειδικά για να το δουν από κοντά όπως συνέβη με την Κόμισσα Koenigsmark που ένα χρόνο πριν την αρπαγή του (το 1687) πραγματοποίησε επίσκεψη στον Πειραιά ειδικά για να δει τον θρύλο με τα ίδια της τα μάτια.





Αλλά και η ταύτιση του λιονταριού με το λιμάνι του Πειραιά ήταν τόσο δυνατή ώστε και μετά την αρπαγή του από τον Μοροζίνι το 1688, η ονομασία Πόρτο Λεόνε και Πόρτο Δράκο συνέχιζε να υφίσταται.

Και τα αναπάντητα ερωτήματα του μυστηριακού λέοντα συνεχίζουν να πληθαίνουν όταν αργότερα μισθοφόροι Βαράγγοι της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας χάραξαν πάνω του επιγραφές που καταλαμβάνουν και τις δύο πλευρές του λιονταριού.



Το μόνο σίγουρο στα δεκάδες ερωτήματα που αφορούν στο λιοντάρι του Πειραιά, είναι ότι σήμερα φυλάσσει την είσοδο του Ναυστάθμου της Βενετίας αφού το άρπαξε ο Μοροζίνι το 1688 και το μετέφερε εκεί. Και η αρπαγή αυτή δεν ήταν η μοναδική αφού εκτός από αυτόν, άρπαξε και άλλα λιοντάρια από Πειραιά και Αθήνα που σήμερα στέκονται στη Βενετία δίπλα ακριβώς από το λιοντάρι του Πειραιά.   

Παρά τις όποιες αιτιάσεις σχετικά με την κατασκευή του, τη χρονολόγησή του, τη θέση του, με το αν ήταν ένα, δύο ή περισσότερα, το λιοντάρι αρπάχτηκε από τους Ενετούς σε μια εποχή όπου ο ελληνικός λαός δεν εξουσίαζε τη γη του και τους πνευματικούς θησαυρούς αυτής. Το λιοντάρι δεν βρίσκεται στην Ιταλία συνεπεία κάποιας νόμιμης δικαιοπραξίας (αγοράς, πώλησης), δεν βρίσκεται στην Ιταλία συνεπεία κάποιας συμφωνίας με μια εκλεγμένη από το λαό κυβέρνηση, αλλά βρίσκεται στην Ιταλία συνεπεία κοινής αρπαγής και αφού πρώτα ο ίδιος στρατηγός ο Μοροζίνι κατέστρεψε την Ακρόπολη και απέτυχε ακόμα και σε αυτή την ίδια του την εκστρατεία κατά των Τούρκων.

Η περίπτωση του Λιονταριού είναι όμοια με τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Αποτελεί κι αυτό ένα έργο τέχνης που αρπάχτηκε κατά τη διάρκεια πολέμου αυθαίρετα και παράνομα. Δεν έχει σημασία το αν έγινε σε μια εποχή που σήμερα μας φαίνεται μακρινή, καθώς η διεθνής νομοθεσία δεν ορίζει χρόνο παραγραφής για τα κλεμμένα έργα τέχνης και τους κλαπέντες πολιτιστικούς θησαυρούς. Η πρώτη ελληνική Κυβέρνηση που αιτήθηκε την επιστροφή του Λιονταριού ήταν αυτή του Ιωάννη Μεταξά μέσω του Υπουργού Πρωτευούσης Κ. Κοτζιά.




Ο πόλεμος που ακολούθησε λειτούργησε αποτρεπτικά. Μεταπολεμικά η πειραϊκή εφημερίδα «Φωνή του Πειραιώς» το 1945 επαναφέρει ξανά το αίτημα επιστροφής του λιονταριού και μάλιστα λαμβάνει και απάντηση από το Υπουργείο Παιδείας που επιλήφθηκε περί των γενομένων πράξεων εκ μέρους των κρατικών αρχών.

Αλλά και το 1953 όταν πραγματοποιούσε επίσκεψη στην Ελλάδα ο Ιταλός Πρωθυπουργός Ντε Γκάσπερι, αντιπροσωπεία της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς του υπέβαλλε μέσω του ιδιαιτέρου του γραμματέα, υπόμνημα επιστροφής του λιονταριού του Πειραιά. 

Το 1991 συστήθηκε μια Επιτροπή διεκδίκησης επαναπατρισμού του θρυλικού λιονταριού, η οποία αφού συγκέντρωσε χρήματα ανέθεσε στο γλύπτη Γεώργιο Μέγκουλα να φιλοτεχνήσει αντίγραφο του λιονταριού σε αντικατάσταση του αυθεντικού το οποίο υποτίθεται ότι οι Ιταλοί θα επέστρεφαν στον Πειραιά. Βέβαια αντί του αυθεντικού, τοποθετήθηκε τελικώς το αντίγραφο (1997) το οποίο δεν είναι το μοναδικό! Άλλο ένα αντίγραφο του Πειραϊκού Λέοντα θα συναντήσει κάποιος εάν επισκεφθεί το Μουσείο της Στοκχόλμης.

Το αντίγραφο του Πειραϊκού λέοντα τοποθετήθηκε στο τέρμα της οδού Μαρίας Χατζηκυριακού ακριβώς στο σημείο που συναντά την Ακτή Ξαβερίου. Η μικρή πλατεία στην οποία τοποθετήθηκε φέρει την ονομασία "Πλατεία Λέοντος του Πειραιώς".    



Σήμερα ο επισκέπτης του αντιγράφου του Λιονταριού που χαιρετά τους εισερχόμενους στο λιμάνι από την Ακτή Ξαβερίου όπου βρίσκεται, μπορεί να διαβάσει ένα ποίημα που ο Πρόεδρος της Συντονιστικής Επιτροπής για την επιστροφή του λιονταριού ο Απόστολος Δόμβρος συνέθεσε.

"Αθηναίοι γλύπτες σε σμίλεψαν
Σαλαμινομάχοι στην είσοδο 
του λιμανιού σ' ανέστησαν
Βαράγγοι μισθοφόροι σε χάραξαν
Σκλάβοι κωπηλάτες του Μοροζίνη
στην Βενετία σε κουβάλησαν
και σε μιαν άκρη του ναυστάθμου
σ'  απόθεσαν
Λησμονημένε Δράκε Πειραιώτη Λέοντα
η Βενετσιάνικη ασημαντότητα 
δεν σου πρέπει
Το Πόρτο Λεόνε το λιμάνι σου 
Σε προσμένει"

Α. Δόμβρος


Σήμερα στον Πειραιά υπάρχουν τρία λιοντάρια ακόμα εκτός του αντιγράφου. Είναι το μεγάλο λιοντάρι του Μοσχάτου που βρίσκεται στο ισόγειο του Αρχαιολογικού Μουσείου Πειραιώς και δύο ακόμα στην είσοδο του παλαιού Αρχαιολογικού Μουσείου επί της οδού Φιλελλήνων. 

Το λιοντάρι του Μοσχάτου στο ισόγειο του Αρχαιολογικού Μουσείου Πειραιώς


Πηγές:
- Ο Πειραιεύς του Χρήστου Πανάγου (Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς - 1995)
- Πειραϊκά Μελετήματα του Μιχαήλ Γ. Βλάμου (Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς - 2003)
- Πειραϊκό Λεύκωμα (Έκδοση Κοινωνικής, Στ. Καραμπερόπουλος, Πειραιάς 2010)


Διαβάστε επίσης:

Ο τρομερός Χαράλδος και το χάραγμα του Πειραϊκού Λέοντα


Το Λιοντάρι του Πειραιά και το μυστήριο της Ρουνικής Γραφής.

Το πέρασμα της Γκρέτα Γκάρμπο από τον Πειραιά (1924)

Η Γκάρμπο μόλις φτάνει στις Η.Π.Α. (1925)
(πηγή: http://www.garboforever.com)


του Στέφανου Μίλεση

Γκρέτα Γκάρμπο. Μια πραγματική ηθοποιός – ντίβα του αμερικανικού κινηματογράφου, που αποτέλεσε μέρος της θρυλικής ιστορίας της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ. Η πέμπτη στη σειρά, ανάμεσα στις 25 μεγαλύτερες σταρ όλων των εποχών, σύμφωνα με την κατάταξη του Αμερικανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου. 

Η Γκάρμπο ή αλλιώς Γκρέτα Γκούσταφσον, καθώς ήταν Σουηδικής καταγωγής, διέπρεψε πρώτα την εποχή του βουβού κινηματογράφου, πραγματική ιέρεια της Μέτρο Γκόλντεν Μάγιερ στη συνέχεια της ζωής της, εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην ομιλούσα ταινία «Άννα Κρίστι» το 1930 που έμεινε γνωστή στα κινηματογραφικά χρονικά, όχι με τον τίτλο της, αλλά από το σλόγκαν με το οποίο διαφημίστηκε που ανέγραφε «Η Γκρέτα μιλάει»!

Αυτή η περίφημη Γκρέτα λοιπόν, σύμφωνα πάντοτε με τον τύπο της εποχής, όταν ακόμα διάνυε τα βασανιστικά χρόνια της ανωνυμίας της στη Σουηδία, όπου εργαζόμενη ως υπάλληλος κομμωτηρίου ξεκίνησε τις εμφανίσεις της στο θεατρικό σανίδι της Στοκχόλμης και στο τέλος βρέθηκε να γίνει μέλος ενός κινηματογραφικού θιάσου στην Κωνσταντινούπολη. 

Η Γκρέτα ανακαλύφθηκε από τον σεναριογράφο Μορίτζ Στίλλερ (Mauritz Stiller), ο οποίος μαγεύτηκε από τις τέλειες αναλογίες του σώματός της και από τα υπέρμετρα ξανθά μαλλιά της. Ο Στίλλερ ήταν ήδη ένας φτασμένος Φιλανδο-Σουηδός σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Στο Βασιλικό Θέατρο της Στοκχόλμης συναντήθηκε με τη νεαρή Γκρέτα η οποία είχε μόλις είχε εγκαταλείψει την τέχνη της κομμωτικής και είχε καταπιαστεί με το θέατρο. Εκεί της πρότεινε να ενταχθεί σε μια κινηματογραφική αποστολή με την οποία θα έκανε γυρίσματα στην Τουρκία, ώστε η ταινία να είναι  γεμάτη από τη μαγεία της Ανατολής. Τότε ο μύθος της «Ανατολής» ήταν μόδα και ο Δυτικός κόσμος πραγματικά τρελαινόταν να βλέπει ταινίες με πασάδες, χαρέμια, λυχνάρια, Αλαντίν και μιναρέδες. 

Η εταιρεία που είχε αναλάβει τα γυρίσματα στην Πόλη ήταν Γερμανικών συμφερόντων. Πραγματικά τα ολοκλήρωσε επιτυχώς, πλην όμως η ταινία ενώ ήταν σχεδόν έτοιμη, είχε ολοκληρωθεί, κάηκε σε ένα τεχνικό ατύχημα και ότι είχε καταγραφεί σε αυτήν χάθηκε στο λεπτό! Η απελπισία που κατέλαβε το συνεργείο ήταν μεγάλη, καθώς όλα τα χρήματα που είχαν διατεθεί για το γύρισμα ξοδεύτηκαν! Μεταφορικά, φαγητά, ξενοδοχεία, είχαν κατασπαταλήσει το διατιθέμενο ποσό. Έτσι τόσο οι ηθοποιοί όσο και το τεχνικό προσωπικό της εταιρείας (ηλεκτρολόγοι, ηχολήπτες, φροντιστές κ.α.) έμειναν στην Κωνσταντινούπολη απένταροι στην κυριολεξία, καθώς το συμβόλαιο προέβλεπε κέρδος και διανομή αυτού από τα εισιτήρια που θα έκανε η ταινία από την προβολή της. 

Η Γκρέτα Γκάρμπο περιπλανιέται στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης - © Illustrated by Chris Marie Meeker
(πηγή: http://www.greta-garbo.de)

Όλα τα μέλη της αποστολής μεταβλήθηκαν, εντός μιας ημέρας και μόνο, σε πραγματικούς «τυχοδιώκτες» που αναζητούσαν τρόπο να εξασφαλίσουν τροφή και εισιτήρια επιστροφής. Και ενώ οι περισσότεροι είτε μέσω δανεισμού, είτε μέσω γνωστών βρήκαν χρήματα να επιστρέψουν στα σπίτια τους από την «μαγευτική» ανατολή, ο Στίλλερ μαζί με τη Γκρέτα παρέμειναν στην Κωνσταντινούπολη. 

Η Γκάρμπο στην Κωνσταντινούπολη 
(πηγή: http://www.garboforever.com)


Μέχρι αυτό το σημείο η ιστορία είναι περίπου έτσι καταγεγραμμένη σχετικά με τη σχέση Στίλλερ με Γκρέτα. Τα ελληνικά δημοσιεύματα όμως της εποχής παρουσιάζουν μια εκδοχή η οποία δεν φαίνεται να έχει καταγραφεί επίσημα. Σύμφωνα με αυτά ο Στίλλερ και η Γκρέτα έλαβαν απόφαση, καθώς στο μεταξύ είχαν ερωτευτεί, να μείνουν και να αναζητήσουν την τύχη τους στην Κωνσταντινούπολη. Νοίκιασαν από έναν Έλληνα, το όνομα του οποίου δυστυχώς δεν καταγράφεται στις εφημερίδες της εποχής, για το οποίο οι περιγραφές σημειώνουν ότι αποτελείτο από δύο μόνο δωμάτια, κουζίνα και λουτρό. Ο Στίλλερ ασχολούμενος με χίλια δύο πράγματα έβγαζε κάποια χρήματα ώστε να καλύπτει τα βασικά τους έξοδα. Με τους λιγοστούς αυτούς πόρους πραγματοποιήθηκε στις 10 Αυγούστου του 1924, ο γάμος τους στην Κωνσταντινούπολη. Γάμος όμως που έμεινε εντέχνως μυστικός και θα δούμε το γιατί.  

Ο Στίλλερ είχε αποφασίσει να μεταβεί στην Αμερική παίρνοντας μαζί του και τη Γκρέτα. Με τα μοναδικά χρήματα που τους είχαν απομείνει, επιβιβάσθηκαν σε ένα γαλλικό Ατμόπλοιο το οποίο ξεκίνησε από την Κωνσταντινούπολη έχοντας προορισμό τη Μασσαλία, αλλά με ενδιάμεσο σταθμό τον Πειραιά!



Εκεί, σύμφωνα πάντοτε με τα περιηγητικά προγράμματα της εποχής, τα πλοία έμεναν κοντά μια ημέρα (με διανυκτέρευση) στο λιμάνι του Πειραιά, όπου συνήθως οι επιβάτες, όπως κάνουν και σήμερα, είτε επιλέγουν μια βόλτα πεζή πέριξ του λιμανιού, είτε «ανεβαίνουν» στην Αθήνα για να θαυμάσουν από κοντά τους αρχαιολογικούς θησαυρούς και φυσικά τον Παρθενώνα. 

Δεν ξέρω αν η Γκρέτα και ο Στίλλερ αποβιβάσθηκαν στον Πειραιά ή αν επισκέφθηκαν την Ακρόπολη. Το πιο πιθανό σενάριο είναι να παρέμειναν στο λιμάνι, αφού χρήματα άλλα δεν διέθεταν και πολύ περισσότερο να ξοδέψουν για την ενοικίαση ενός μισθωμένου οχήματος (ταξί) για να ικανοποιήσουν την πνευματική τους περιέργεια.

Πιστεύω λοιπόν ότι δεν εξέδραμαν εις τας Αθήνας. Το πιθανότερο ήταν να αποβιβάστηκαν του πλοίου για μια μικρή βόλτα πέριξ του λιμανιού ή ακόμα να έριξαν μια γρήγορη ματιά από το κατάστρωμα του πλοίου. Την επομένη το πλοίο αναχώρησε για τη Μασσαλία, όπου Στίλλερ και Γκρέτα άλλαξαν πλοίο και επιβιβάστηκαν σε άλλο κι ύστερα σε επόμενο, μέχρι που έφτασαν στο Γκέτεμποργκ. 

«Καθ’ οδόν προς τις Ηνωμένες Πολιτείες» (1925) (πηγή: http://www.paradiseplayhouse.net) 

Από εκεί επιβιβάστηκαν στο Σουηδικό πλοίο Drottninghlm το οποίο εκτελούσε τη γραμμή Γκέτεμποργκ – Νέα Υόρκη, από όπου και η φωτογραφία η οποία φέρει ημερομηνία λήψης 1925 και τη λεζάντα «καθ’ οδόν προς τις Ηνωμένες Πολιτείες»

Από τις 6 Ιουλίου 1925, ημερομηνία που η Γκρέτα πατά το έδαφος της Αμερικής ξεκινά και η σταδιοδρομία της που θα λανσαριστεί στο Χόλιγουντ με το όνομα Γκάρμπο. Ο Στίλλερ εκεί φάνηκε για ποιο λόγο είχε κρατήσει το γάμο μυστικό. Κατάφερε να δημιουργήσει ο ίδιος μύθο γύρω από το όνομα της μυστικής συζύγου του. Η ιδέα του στηρίχθηκε στην απλή λογική, ότι αν αποκάλυπτε το γάμο του, θα φαινόταν ότι εξεβίαζε τους παραγωγούς ταινιών να την προσλάβουν. Με μυστικό όμως το γάμο, την παρουσίαζε ως μια πανέμορφη κοπέλα από τη μακρινή Σουηδία, ένα ανερχόμενο ταλέντο και η κρίση του φαινόταν αντικειμενική και όχι επηρεασμένη από το γεγονός ότι ήταν γυναίκα του. Και πραγματικά το σχέδιο του λειτούργησε καθώς η Γκάρμπο έγινε διάσημη ως η «Σκανδιναβή Σφίγγα».

Όλη αυτή η ιστορία κρατήθηκε για πολλά χρόνια μυστική μέχρι το θάνατο του Στίλλερ. Ο Στίλλερ είχε επιστρέψει στη Σουηδία από το 1927 και πέθανε το επόμενο έτος (1928) στην πρώιμη ηλικία των 45 ετών αφήνοντας κάποιες καταθέσεις σε διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς. Αυτές αποτελούσαν κληρονομιά της Γκάρμπο αρκεί βέβαια να αποδείκνυε ότι ο Στίλλερ ήταν όσο ζούσε ο νόμιμος σύζυγός της. Έτσι έγινε η αποκάλυψη του γάμου και μόνο στους απόλυτους απαραίτητους ανθρώπους. 

Σήμερα τα όσα κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα του 1924 δεν επιβεβαιώνονται από τις επίσημες βιογραφίες της Γκάρμπο ή του Στίλλερ. Όμως οι ημερομηνίες τόσο του ταξιδιού της επιστροφής όσο και των φωτογραφιών ταιριάζουν απόλυτα με την ελληνική δημοσιογραφική εκδοχή του γάμου. Το ταξίδι της Γκάρμπο σε κάθε περίπτωση, είτε παντρεμένη είτε όχι, έχοντας σταθμό τον Πειραιά αποτελεί είδηση σε κάθε περίπτωση.

Φυσικά η Γκάρμπο τα επόμενα χρόνια της ζωής της θα βρεθεί πολλές φορές ξανά στην Ελλάδα για διακοπές.   

Όταν ο Τρότσκι φτάνει στον Πειραιά (1932)


του Στέφανου Μίλεση

Μόλις που έχει ξημερώσει στο λιμάνι του Πειραιά, δεν ήταν ακόμα ούτε έξι το πρωί, όταν πλήθος ατόμων άρχισε να συγκεντρώνεται στην προκυμαία όπου αναμενόταν η άφιξη του πλοίου «Πράγα» από την Κωνσταντινούπολη. Τα άτομα που με την πρωινή τους παρουσία ξάφνιαζαν τους περαστικούς, αφού φαινόταν ξεκάθαρα ότι δεν είχαν καμία σχέση με τη λειτουργία του λιμανιού,  εκπλήρωναν διαφορετικούς σκοπούς επίσκεψης. 

Κάποιοι εξ αυτών ήταν αστυνομικοί, άλλοι δημοσιογράφοι, ενώ οι περισσότεροι ήταν αριστεροί αντιθέτων όμως ιδεολογιών που προς στιγμή φάνηκε ότι θα βιαιοπραγήσουν ο ένας έναντι του άλλου. Από τη μια ήταν κομμουνιστές που ο τοπικός μηχανισμός είχε ειδοποιήσει να συγκεντρωθούν εκεί, με αποστολή την αποδοκιμασία, ενώ από την άλλη υπήρχαν αριστεροί που είχαν καταφτάσει για να καλωσορίσουν τον επιβάτη του πλοίου που σε λίγο θα έφτανε, για τον οποίο όλοι είχαν συγκεντρωθεί. 

Επρόκειτο για έναν επιβάτη που ταξίδευε χρησιμοποιώντας τουρκικό διαβατήριο, παρότι δεν ήταν Τούρκος και αυτό άλλωστε το φανέρωνε και μια μικρή ένδειξη που υπήρχε πάνω στο διαβατήριό του που έγραφε ότι «στον κάτοχο του φέροντος δεν έχει αναγνωριστεί η τουρκική ιθαγένεια»

Άκουγε στο όνομα  Φλερί Σεντάφ ο οποίος στις 7 η ώρα της 16 Νοεμβρίου του 1932 θα έφτανε συνοδευόμενος από τη σύζυγό του Ναταλία Σεντάφ στον Πειραιά. Επρόκειτο βεβαίως για τον Λέων Τρότσκι και τη σύζυγό του Ναταλία Σέντοβα - Τρότσκι, των οποίων την παρουσία αγνοούσε ακόμα και ο ίδιος ο Πλοίαρχος του «Πράγα» ο οποίος θα το μάθαινε λίγο αργότερα, όταν ένα ραδιοτηλεγράφημα του πρακτορείου «Ρόιτερ» θα τον ενημέρωνε. 

"Ο υπό δυσμένεια σύντροφος έφτασε στον Πειραιά"

Οι Τούρκοι είχαν φροντίσει να εκδώσουν διαβατήρια χρησιμοποιώντας ως βάση το επίθετο της δεύτερης συζύγου του Τρότσκι, της Ναταλίας Σέντοβα (Σέντοβ το ανδρικό) μετατρέποντάς το σε Σεντάφ ώστε να μοιάζει περισσότερο τουρκικό.  

Το ιταλικό ατμόπλοιο της εταιρείας Λόϋδ Τριεστίνο εντός του οποίου βρισκόταν ο Τρότσκι με την ακολουθία του, είχε ως τελικό προορισμό τη πρωτεύουσα της Δανίας τη Κοπεγχάγη, όπου θα παρέμενε για μια εβδομάδα πριν τελικώς επιστρέψει στο λιμάνι αναχωρήσεως που ήταν η Κωνσταντινούπολη. 

Ο Λέων Τρότσκι πριν αναχωρήσει είχε εξασφαλίσει εκ των προτέρων σχετική άδεια αποβίβασης από τη Δανική Κυβέρνηση επικαλούμενος «λόγους υγείας». Ήταν όμως απολύτως βέβαιο ότι ο Τρότσκι έχαιρε άκρας υγείας αφού σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού ήταν ευδιάθετος, δεν είχε αφήσει οδηγίες στη κουζίνα του πλοίου για την εφαρμογή κάποιας δίαιτας, όπως συνήθως έκαναν οι επιβάτες που είχαν πρόβλημα υγείας. Αντιθέτως έτρωγε τα πάντα και δεν φαινόταν να πάσχει από τίποτα. 



Και αυτό αποτελούσε ένα μεγάλο πρόβλημα που είχε απασχολήσει ιδιαιτέρως την τουρκική κυβέρνηση η οποία του είχε χορηγήσει διαβατήριο, φροντίζοντας όμως να λάβει κάθε μέτρο και να βολιδοσκοπήσει τη Σοβιετική κυβέρνηση με την οποία διατηρούσε άριστες σχέσεις και δεν ήθελε να τις χαλάσει λόγω του Τρότσκι.

Και μόνο αφού εξακρίβωσαν ότι την περίοδο εκείνη ο Τρότσκι ήταν αδιάφορος στους σοβιετικούς κύκλους, έσπευσαν να τον προμηθεύσουν με διαβατήριο. Ο θεωρητικός του Μαρξισμού Λέων Τρότσκι είχε εξοριστεί από τη Σοβιετική Ένωση ως πολιτικός αντίπαλος του Στάλιν από το 1929 και γενόμενος δεκτός από την τουρκική κυβέρνηση διέμενε στο νησί της Πριγκήπου συγγράφοντας την αυτοβιογραφία του. Ταξίδευε πολύ συχνά, πολλά από τα ταξίδια του όμως κρατούνταν μυστικά για λόγους ασφαλείας καθώς γνώριζε τον κίνδυνο που διέτρεχε.

Μόλις το «Πράγα» έφτασε στον Πειραιά οι δημοσιογράφοι έτρεξαν κι ανέβηκαν στο κατάστρωμα για να εξασφαλίσουν μια συνέντευξη με τον Τρότσκι. Ωστόσο οι σωματοφύλακές του αρνήθηκαν οποιοδήποτε δημοσιογράφο να τον πλησιάσει. Και ενώ στην προβλήτα του λιμανιού οι κομμουνιστές επιδίωκαν να τον δουν για να εκδηλώσουν την αποδοκιμασία τους, την ίδια στιγμή μια άλλη ομάδα «αρχειομαρξιστών» προσπαθούσε να του διαβιβάσει επιστολή η οποία έγραφε:
«Η Επιτροπή της οργανώσεως Μπολσεβίκων Λενινιστών, αριστερά αντιπολίτευσις, ζητεί ακρόασιν». Βεβαίως ούτε ακρόαση έγινε, ούτε κάποια άλλη απάντηση δόθηκε.


Στις 11 το πρωί οι συνοδοί του Τρότσκι ενημέρωσαν την αστυνομία ότι το ζεύγος επιθυμούσε να εξέλθει του πλοίου με σκοπό να επισκεφθεί την Ακρόπολη. Καθώς όμως το πλήθος των κομμουνιστών που ήθελε να τον αποδοκιμάσει ολοένα και μεγάλωνε, το απόγευμα εξήλθε του πλοίου μόνο η Ναταλία Σέντοβα η οποία συνοδεία αστυνομικών πραγματοποίησε την επίσκεψη στην Ακρόπολη και σε άλλα μέρη της Αθήνας, χωρίς όμως να αναφέρεται ποια ήταν τα μέρη αυτά.

Η Ναταλία Σέντοβα - Τρότσκι επί της Ακροπόλεως συνοδεία αστυνομικού.

Το βράδυ της 16ης Νοεμβρίου του 1932 το «Πράγα» αναχώρησε για το Μπρίντιζι μαζί με τον Τρότσκι και τη Ναταλία Σέντοβα.

Ένα χρόνο μετά τη διέλευση του από τον Πειραιά, ο Τρότσκι θα εξασφαλίσει άδεια διαμονής στη Γαλλία, ενώ δύο χρόνια μετά (το 1935) θα εγκατασταθεί στη Νορβηγία όπου και πάλι ύστερα από πίεση των Σοβιετικών θα καταλήξει στο Μεξικό. Η συνέχεια είναι νομίζω λίγο πολύ γνωστή. Στις 20 Αυγούστου του 1940 ο Τρότσκι θα δολοφονηθεί από Ισπανό κομμουνιστή ο οποίος θα καταδικασθεί σε κάθειρξη ενώ η Σοβιετική κυβέρνηση θα αποποιηθεί κάθε ευθύνη για τη δολοφονία...      

           

Ο πρώτος δημόσιος κοσμικός χορός του Πειραιά (1841)



Του Στέφανου Μίλεση

Ο πρώτος δημόσιος χορός δόθηκε  στον Πειραιά στις 13 Απριλίου του 1841, ημερομηνία που αποτελεί την πρώτη δημόσια κοσμική συγκέντρωση των Πειραιωτών. Χοροί και μάλιστα δημόσιοι τελούνταν είτε σε γάμους και βαπτίσεις, σε θρησκευτικά πανηγύρια και φυσικά στην επετειακή εκδήλωση της εθνικής παλιγγενεσίας από το 1838 και ύστερα, χρονιά που καθιερώθηκε ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου. Όμως από τους χορούς αυτούς εξέλειπαν τα στοιχεία της κοσμικότητας και συνεπώς δεν δύναται να θεωρηθούν ως κοσμικό γεγονός. 

Ο χορός αυτός έγινε από τη Λέσχη "Αρμονία", με σκοπό πατριωτικό, καθώς υπήρχε για τη συμμετοχή εισιτήριο οι εισπράξεις του οποίου θα αποδίδονταν υπέρ του Κρητικού Αγώνα. Το εισιτήριο δεν ήταν δεσμευτικό καθώς είχε ερανικό χαρακτήρα κατά συνέπεια δεν περιόριζε ως προς ύψος των χρημάτων, αλλά καθόριζε ως ελάχιστη συνεισφορά με την οποία κάποιος εξασφάλιζε την είσοδο στο ποσό των έξι δραχμών. Οι προσκλήσεις που στάλθηκαν έφεραν ημερομηνία 4 Απριλίου 1841.  

Η πρόσκληση που απέστειλε η οργανωτική επιτροπή του χορού της Λέσχης "Αρμονία" είχε ως εξής: 

«Κύριοι επειδή και πολλάκις εζητήθη παρά των συνεταίρων της Λέσχης να δοθεί δημόσιος χορός εις αυτήν και ο χορός ούτος θέλει έχει συνάμα το ωφέλιμον με το τερπνόν, εάν οι επιθυμούντες να ευφρανθώσι και πατριωτικήν ευφροσύνην συνεισφέρουν γενναίως δια να συνδράμωσι με τα περισσεύοντα των υπέρ των συναδέλφων μας Κρητών υφιστάμενον αγώνα η επιτροπή αποφάσισε με τοιαύτην πεποίθησιν να παρασκευάση την διασκέδασιν ταύτην δια τη μέλλουσαν Κυριακήν 13η τρέχοντος και κατά συνέπειαν τούτου προσκαλεί μεθ΄ υμών όλους τους φιλογενείς συνεταίρους να συνεισφέρη έκαστος την κατά προαίρεσιν συνδρομήν του, προσδιορισθέντος του κατωτέρου όρου εξ δρχ. δια την είσοδον. Εν Πειραιεί τη 4 Απριλίου 1841. Η Διοργανωτική Επιτροπή».

Ο χορός διεξήχθη στη μεγάλη αίθουσα της Λέσχης η οποία στεγαζόταν στο πρώην οίκημα Μιαούλη, μετέπειτα Χατζοπούλου, μπροστά από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνα. Η Λέσχη Αρμονία ήταν σωματείο με φιλότεχνο χαρακτήρα και είχε συσταθεί από τους Πέτρο Ομηρίδη Σκυλίτση, Λουκά Ράλλη και Ιωάννη Σέρρο. 

Η επιτυχία του χορού υπήρξε εξαιρετική καθώς έλαβε μέρος όχι μόνο η ανωτέρα κοινωνία της πόλης αλλά και η θεωρούμενη ως μέση, διακατεχόμενη από φιλοπατρία. Ως προς το είδος της ενδυμασίας των προσκεκλημένων θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε ως «μεικτή» καθώς από τη μια είχαμε τους λεγόμενες ευρωπαϊκές ενδυμασίες (φράγκικα) που αρκετοί Έλληνες ακολουθούσαν, ενώ από την άλλη φουστανελοφόροι και βρακοφόροι έκαναν την εμφάνισή τους ανάλογα με την καταγωγή τους. Έτσι μέσα στην ίδια αίθουσα έβλεπε κανείς γυναίκες με μεταξωτά τσεμπέρια αλλά και γυναίκες με τους βραχίονες να καλύπτονται μέχρι αγκώνος από μεταξωτά γάντια γεμάτα δαντέλες.


Ο χορός ξεκίνησε με ευρωπαϊκή χορευτική μουσική όπου κυριάρχησε η πόλκα και η μαζούρκα, ενώ τις πρώτες πρωινές ώρες κυριάρχησε ο μπάλος. Λέγεται ότι οι γυναίκες που εντυπωσίασαν σε αυτόν τον πρώτο χορό ήταν της Υδραίικης συνοικίας. Ο πρώτος αυτός χορός κατάφερε να συγκεντρώσει το ποσό των 5.600 δραχμών σε μια εποχή στην οποία ο άρτος κόστιζε 42 λεπτά την οκά και το κρέας 80 λεπτά.