"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Η ναυτική τραγωδία του 1937 που έγινε τραγούδι

 
Το «Ύδρα» ή αλλιώς το «Υδράκι» -όπως άρεσε στους επιβάτες του να το αποκαλούν- ήταν χωρητικότητας 250 τόνων και ανήκε στον εφοπλιστή Πετσάλη

του Στέφανου Μίλεση

Ο Πειραιάς ως μεγάλο λιμάνι της Μεσογείου, πολλές φορές στο παρελθόν έχει βρεθεί στο επίκεντρο μεγάλων ναυτικών τραγωδιών ή  μικρότερων ατυχημάτων που απασχόλησαν για ικανό χρονικό διάστημα τόσο τη κοινή γνώμη όσο και την κοινωνία, άλλοτε σε πανελλήνιο κι άλλοτε σε τοπικό επίπεδο, εξαρτώμενο κάθε φορά από τον αριθμό των θυμάτων και το μέγεθος του θαλασσίου δράματος που εξελίχθηκε.

Νύχτες ή μέρες αφάνταστης αγωνίας έχουν διαδραματισθεί τόσο εντός των τριών λιμανιών του όσο και κατά μήκος του Πειραϊκού αιγιαλού.  
Και δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, οι μεγαλύτερες ναυτικές τραγωδίες να έχουν συμβεί όταν όλα φαίνονταν ήσυχα και γαλήνια, χωρίς να επικρατούν άσχημες καιρικές συνθήκες ή θαλασσοταραχή.

Σε ένα τέτοιο γεγονός θα αναφερθούμε που συνέβη ημέρα Κυριακή 1 Αυγούστου του 1937, και μάλιστα σε ώρα που ο ήλιος σβήνει στον ορίζοντα, παραχωρώντας τη θέση του στο λυτρωτικό σκοτάδι. Σε ώρα που η θαλασσινή αύρα αρχίζει να ενεργεί δροσίζοντας τους κατοίκους της παράλιας πόλης που με προσμονή την αναμένουν για να δροσιστούν.

Γύρω στις οκτώ και τέταρτο το απόγευμα της Κυριακής ένα πετρελαιοκίνητο ιστιοφόρο τρεχαντήρι με το όνομα «Ανάστασις» ξεκινούσε από το λιμάνι της Σουβάλας στην Αίγινα κατάφορτο με 45 εκδρομείς με προορισμό τον Πειραιά. Ανάμεσα σε αυτούς και 15 τουλάχιστον παιδιά. Και λέμε τουλάχιστον, καθώς κατά τη συνήθεια της εποχής, τα παιδιά δεν εξέδιδαν εισιτήριο με αποτέλεσμα να παραμένει ακαθόριστος ο αριθμός τους. 

Το τρεχαντήρι "Ανάστασις" επιβιβάζει από το γραφικό λιμανάκι της Σουβάλας του εκδρομείς με προορισμό τον Πειραιά.


Το ταξίδι από την Αίγινα μέχρι και το λιμάνι του Πειραιά, έγινε με τις καλύτερες δυνατόν συνθήκες για το τρεχαντήρι, αφού οι ελάχιστοι κυματισμοί της θάλασσας ελάχιστα ενοχλούσαν τόσο τους θαλασσινούς ταξιδιώτες όσο και τον καπετάνιο του τρεχαντηριού τον γνωστό στην εποχή του Καπετάν-Λεούση. Περισσότερο θα λέγαμε ότι αυτά τα ανεπαίσθητα κυματάκια, είχαν συντελέσει στη δημιουργία κεφιού καθώς κουνούσαν ρυθμικά το τρεχαντήρι λαμβάνοντας κι αυτά μέρος με τον τρόπο τους, στο γενικό κέφι που επικρατούσε, αφού όλοι μαζί οι επιβάτες του «Ανάστασις» είχαν ξεκινήσει το τραγούδι για να κάνουν τις δύο ώρες που διαρκούσε το ταξίδι να περάσουν ευχάριστα. Πλησιάζοντας στην είσοδο του κεντρικού λιμανιού του Πειραιά και ενώ στο μεταξύ το σκοτάδι είχε καλύψει σαν μαύρο πέπλο τον ορίζοντα, όλοι μάζευαν τα πράγματά τους γεμάτοι από αδημονία για την αποβίβαση και τη μετάβαση στα σπίτια τους, όπως συνήθως συμβαίνει με όσους ταξιδεύουν.

Την ίδια ώρα που το τρεχαντήρι «Ανάστασις» πλημμυρισμένο από τις φωνές και τα τραγούδια των επιβατών του πλησίαζε το λιμάνι, ένα άλλο ατμόπλοιο το «Ύδρα» σήκωνε τις κλίμακές του και αναχωρούσε προς εκτέλεση του δρομολογίου του, έχοντας προορισμό το Λεωνίδιο με ενδιάμεσες στάσεις την Αίγινα και τις Σπέτσες. 

Το «Ύδρα» ή αλλιώς το «Υδράκι» -όπως άρεσε στους επιβάτες του να το αποκαλούν- ήταν χωρητικότητας 250 τόνων ανήκε στον εφοπλιστή Πετσάλη και στη γέφυρα Κυβερνήτης του ήταν ο Μόσχος Διαμαντόπουλος.  Παρά το γεγονός ότι η αναχώρηση έγινε στην προγραμματισμένη του ώρα, στις δέκα το βράδυ, χωρίς να υπάρξει καθυστέρηση στην επιβίβαση όπως συνήθως γινόταν, ο πλοίαρχος Διαμαντόπουλος διακατεχόταν από μια αδημονία αναχώρησης που επίσης είχε μεταδώσει στο επταμελές πλήρωμά του όπως και ένα αίσθημα ότι το συγκεκριμένο δρομολόγιο θα εκτελείτο με καθυστέρηση. Ίσως και αυτός να ήταν ο λόγος που η πορεία του «Ύδρα» δεν ήταν αυτή που συνήθως ακολουθούσαν τα εξερχόμενα από το λιμάνι πλοία.

Συνήθως τα αποπλέοντα από το λιμάνι του Πειραιά σκάφη, πλησίαζαν προς τη δεξιά πλευρά του προλιμένα αφήνοντας χώρο στην αριστερή για τα εισπλέοντα. Ωστόσο τη βραδιά εκείνη το «Ύδρα» δεν ακολούθησε αυτό το γενικό κανόνα, αλλά εξήλθε διανοιγόμενο από την αριστερή πλευρά. Όμως και αυτή η μικρή παρατυπία, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε σύγκρουση σκαφών αφού ορατότητα υπήρχε, τουλάχιστον τόση, ώστε να επιτρέπει στους κυβερνήτες των σκαφών, τον οποιοδήποτε απαραίτητο ελιγμό για αποφυγή σύγκρουσης.

Η ώρα ήταν δέκα και μισή όταν οι επιβάτες του τρεχαντηριού σταμάτησαν απότομα το τραγούδι, τα γέλια διακόπηκαν όταν όλοι είδαν να διαγράφεται μπροστά τους μέσα στο σκοτάδι η σιλουέτα του ατμόπλοιου, το οποίο άνοιγε ταχύτητα εξερχόμενο του λιμανιού και τραβούσε ίσα κατά πάνω τους! Συνέβαινε δηλαδή αυτό, που οι θαλασσινοί στη γλώσσα τους περιγράφουν ως «Κοράκι με κοράκι» δηλαδή πλώρη με πλώρη. 

Ο γιος του Λεούση που ήταν ο καπετάνιος του τρεχαντηριού, έτρεξε στην πλώρη του και κρατώντας ένα ναυτικό φανό στο χέρι άρχισε να το κινεί γρήγορα ελπίζοντας ότι η γέφυρα του «Ύδρα» θα ανταποκριθεί και θα στρέψει το ατμόπλοιο προς τα δεξιά. Το τρεχαντήρι δεν μπορούσε να κινήσει δεξιότερα καθώς βρισκόταν κοντά στην πειραϊκή ακτή και θα συντριβόταν πάνω στα βράχια της. Δυστυχώς τα σήματα αυτά της απογνώσεως ελάχιστα μετέβαλαν το πεπρωμένο των δύο σκαφών αφού «Ύδρα» και «Ανάστασις» βρέθηκαν σε διασταυρούμενες ρότες, μύτη με μύτη, κοράκι με κοράκι. 

Κι αφού ο έμπειρος Καπετάν-Λεούσης είδε ότι το έναντι αυτού ατμόπλοιο δεν μετέβαλλε την πορεία του, σε μια κίνηση περισσότερο απόγνωσης και λιγότερο ως γέννημα λογικής σκέψης, έστρεψε το «Ανάστασις» «όλο αριστερά» αλλά ήταν πλέον αργά. Η πλώρη της «Ύδρας» με την ταχύτητα που στο μεταξύ είχε αναπτύξει βγαίνοντας από τον προλιμένα στην ανοιχτή θάλασσα, εμβόλισε στην κυριολεξία το ξύλινο τρεχαντήρι, καθώς σφηνώθηκε στην δεξιά μάσκα της πλώρης του. Ένας τρομερός ήχος συνόδευσε την πρόσκρουση κατά τη διάρκεια της οποίας το τρεχαντήρι ανυψώθηκε σαν από ένα αόρατο χέρι στον αέρα και έδωσε την εντύπωση ανατίναξης όπως συμβαίνει με τα πλοία που προσκρούουν σε νάρκη.

Πολλοί από τους επιβάτες του τρεχαντηριού από τη βιαιότητα της πρόσκρουσης έπεσαν στη θάλασσα. Άλλοι βρέθηκαν παρασυρμένοι κάτω από το βαρύ μεταλλικό σκαρί του ατμόπλοιου. Ωστόσο αυτό το θανάσιμο αγκάλιασμα των δύο σκαφών ήταν που κρατούσε το άσχημα χτυπημένο «Ανάστασις» στην επιφάνεια. Εάν ο χρόνος και οι ανθρώπινες ενέργειες σταματούσαν σε εκείνο το σημείο θα αποφεύγονταν οι ανθρώπινες θυσίες. Όμως ενστικτωδώς ο Κυβερνήτης του «Ύδρα» διέταξε «πίσω ολοταχώς» που προκάλεσε τη βίαια αποκόλληση του τρεχαντηριού και την άμεση καταπόντισή του. Τα απόνερα που δημιούργησε η ταχεία υπαναχώρηση του «Ύδρα» έστειλαν το λαβωμένο τρεχαντήρι στα βάθη της θάλασσας. Έγειρε με την πλώρη προς τα κάτω και με ένα δαιμονιώδη θόρυβο καταποντίστηκε στο υγρό στοιχείο.

Διασωθέντες από το τρεχαντήρι "Ανάστασις"


Ο γενναίος Παρλαμάς δείχνει το χαρακτήρα του: 

Από τους πρώτους που έσπευσαν να παράσχουν βοήθεια ήταν ο ιδιοκτήτης του γνωστού κέντρου κοντά στο βασιλικό περίπτερο, ο Μανώλης Παρλαμάς! Ο γενναίος αυτός άνδρας ακούγοντας τη βουή της σύγκρουσης αμέσως έσπευσε στο σημείο με τη βενζινάκατό του και επιδόθηκε στο έργο της διάσωσης των ναυαγών. 

Ο Μανώλης Παρλαμάς γνωστός στους Πειραιώτες από το διάσημο κέντρο του, έμελλε λίγα χρόνια αργότερα να γράψει σελίδες ηρωισμού και δόξας συμμετέχοντας ενεργά την εθνική αντίσταση. Το κέντρο του αποτέλεσε σημείο συνάντησης πληρωμάτων γερμανικών εμπορικών και πολεμικών πλοίων, από τα οποία ο γενναίος αυτός άνδρας θα αποσπούσε πολύτιμες πληροφορίες τις οποίες μέσω ασυρμάτου στη συνέχεια θα μετέδιδε στους Άγγλους συμμάχους. Πληροφορίες οι οποίες θα προκαλούσαν την καταβύθιση πλοίων του Άξονα, συμπαρασύροντας στο βυθό έμψυχο υλικό του εχθρού αλλά και εφόδια προορισμένα να ενισχύσουν τα Άφρικα Κόρπς του Ρόμελ στη Βόρεια Αφρική. 

Ο γενναίος Μανώλης Παρλαμάς


Τη γενναιότητα αυτή ο Μανώλης ο Παρλαμάς την πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή, αφού οι Γερμανοί το εξετέλεσαν για τη δράση του. Ο Μανώλης ο Παρλαμάς με τη στάση του τόσο κατά τη διάρκεια της ειρήνης σώζοντας πλήθος ναυαγών του τρεχαντηριού «Ανάστασις» αλλά και κατά τη διάρκεια του πολέμου με τις αντιστασιακές του πράξεις κατέδειξε σε όλους ότι το ήθος και η γενναιότητα ενός μόνο άνδρα στέκεται ικανή να σώσει την ειρήνη και να αλλάξει την τροπή των πραγμάτων στον πόλεμο.  

Είναι άδικο πραγματικά σήμερα αυτό το λαμπρό όνομα του Μανώλη του Παρλαμά να έχει χαθεί από τις μνήμες των Πειραιωτών και να έχουν διασωθεί ως τοπωνύμια της Πειραϊκής όλα τα υπόλοιπα κέντρα εστίασης όπως του Αργύρη, του Καλαμπάκα ή του Μπαϊκούτση. Πιστεύω ότι ένα μέρος της Πειραϊκής εκεί προς την περιοχή του Καλαμπάκα θα μπορούσε να θυμίζει ως μικροτοπωνύμιο τον σπουδαίο αυτό άνδρα.



Για να επιστρέψουμε όμως στα συμβάντα του τραγικού ναυαγίου, πρώτος ο Παρλαμάς πριν ακόμα σπεύσει οποιαδήποτε άλλη βοήθεια, προέβη στη διάσωση πολλών ναυαγών αποσπώντας αργότερα τα θερμά συγχαρητήρια του τότε υφυπουργού των Ναυτικών Ρεδιάδη (γνωστού Πειραιώτη και Προέδρου του Πειραϊκού Συνδέσμου). Με το μικρό του σκάφος τη γνωστή στην περιοχή «Χαρίτσα» κατόρθωσε να συλλέξει 16 ναυαγούς από τους οποίους οι 9 ήταν ζωντανοί καθώς οι υπόλοιποι που ανασύρθηκαν, είχαν ήδη πνιγεί.  

Στο μεταξύ το «Ύδρα» είχε ρίξει στη θάλασσα, δύο βάρκες για να συνδράμουν το έργο της διάσωσης. Όμως οι λέμβοι αυτοί βυθίστηκαν αμέσως διότι από τον ήλιο και την προφανή εγκατάλειψη οι σκαρμοί τους είχαν ανοιχθεί. Έτσι το μοναδικό μέσο που συνέδραμε τον Παρλαμά ήταν η πλοηγική λέμβος «υπ΄ αριθμ. 2» από τον ευρισκόμενο κοντά στου Παρλαμά, πλοηγικό σταθμό.

Άλλη μια αιτία που συνετέλεσε στην αύξηση των θυμάτων ήταν δυστυχώς και η άγνοια της κολύμβησης. Την εποχή εκείνη ο κόσμος δεν γνώριζε κολύμβηση στο βαθμό που γνωρίζουμε σήμερα –ακόμα κι όταν επρόκειτο για νησιώτες- με αποτέλεσμα άνθρωποι να χάνονται αναίτια  σε ήρεμα νερά.

Από τις προσπάθειες διάσωσης


Η αυλαία στη ναυτική τραγωδία που έμεινε γνωστή περισσότερο από το όνομα του τρεχαντηριού που βυθίστηκε του «Ανάστασις», έπεσε καταγράφοντας δραματικές στιγμές να συμβαίνουν, όχι στην ανοιχτή θάλασσα, μεσοπέλαγα, αλλά δίπλα στην Πειραϊκή, λίγα μέτρα μακριά από το κέντρο του Παρλαμά στο βασιλικό περίπτερο. Όχι μια μέρα άγριας θαλασσοταραχής, αλλά μια μέρα απόλυτης ηρεμίας. Όχι μια μέρα χειμωνιάτικη αλλά μια μέρα του Αυγούστου μέσα στο κατακαλόκαιρο.

Η είδηση του τραγικού δυστυχήματος έκανε γρήγορα τον γύρο του Πειραιά. Θλίψη, κατήφεια και αγωνία επικράτησε παντού. Πολύς κόσμος σηκώθηκε από τις ταβέρνες και τα κέντρα όπου είχε καθίσει και έτρεχε προς το κέντρο του Παρλαμά. Ο πειραϊκός λιμένας έζησε μια από τις δραματικότερες νύχτες του. Μέχρι την αυγή η προκυμαία ήταν γεμάτη από κόσμο που με αγωνία ανέμενε να μάθει για το αν οι δικοί του άνθρωποι που ταξίδευαν ήταν καλά. Αλλά και οι επόμενες ημέρες κύλισαν στην αβεβαιότητα καθώς κανένας δεν γνώριζε επακριβώς τον αριθμό των εκδρομέων που επέβαιναν στο τρεχαντήρι. 

Αρκετές ημέρες αργότερα, στις 8 Αυγούστου αποφασίστηκε να γίνει η ανέλκυση του τρεχαντηριού το οποίο βρέθηκε από τον δύτη του Βασιλικού Ναυτικού Στυλιανό Ρόρη να βρίσκεται σε βάθος 60 περίπου μέτρων και σε απόσταση 700 περίπου μέτρων από το πράσινο φανό του λιμενοβραχίονα του προλιμένα. Στην ανέλκυση συμμετείχε και το ναυαγοσωστικό «Μαριγώ Μάτσα» και μια μπίγα του Πολεμικού Ναυστάθμου η οποία ρυμουλκήθηκε μέχρι το σημείο όπου είχε σημανθεί από δύο λέμβους και ένα βαρέλι. Ωστόσο από μόνο του το γεγονός της ανεύρεσης του τρεχαντηριού στον πυθμένα της θάλασσας αποτελούσε την κορύφωση του δράματος της ναυτικής αυτής τραγωδίας. Δύο σώματα βρέθηκαν κρατημένα από τα ξάρτια του βυθισμένου τρεχαντηριού ένα ανδρικό και ένα γυναικείο, ανεβάζοντας τον αριθμό των θυμάτων στους 24 μέχρι την ημέρα εκείνη.

8 Αυγούστου 1937 - Ανέλκυση του "Ανάστασις"

Πλήθη κόσμου συρρέουν στο κοιμητήριο "Ανάσταση" για αναγνώριση των πνιγμένων. Από το τρεχαντήρι "Ανάστασις" έως το κοιμητήριο της "Ανάστασης" η απόσταση τελικώς ήταν μικρή.
Το "Ανάστασις" μετά την ανέλκυσή του στις 8 Αυγούστου 1937


Στην επιφάνεια της θάλασσας το σεσημασμένο σημείο του ναυαγίου αποτελούσε για καιρό ένα σημείο που έπεφταν πάνω του μάτια και σκέψεις. Πλοία ξένα ή ελληνικά διέρχονταν από κοντά με την ελάχιστη ταχύτητα, έναν πραγματικό αργό πλου, που θυμίζει κάτι από κηδεία. Οι επιβάτες των πλοίων αυτών προσπαθούν με σφιγμένη την καρδιά να διακρίνουν κάτι από το βάθος του νερού. Αλλά και η κίνηση σε όλη την πειραϊκή ακτή είχε κόψει ή γινόταν σιωπηρώς. Θα νόμιζε κανείς ότι οι κάτοικοι της Πειραϊκής έκαναν ησυχία για να αφουγκραστούν τις φωνές των ναυαγών που παλεύουν με τα νερά, τη φωνή κάποιας μητέρας για το παιδί της ή το κλάμα ενός παιδιού για τους χαμένους του γονείς. 

Η Πειραϊκή για αρκετό καιρό μετά την τραγωδία θεωρείτο "καταραμένος τόπος" καθώς εκεί εκβράζονταν διαρκώς τα πτώματα του ναυαγίου, ο συνολικός αριθμός των οποίων έφτασε στα 28!

Πειραϊκή Εφημερίδα "Νέοι Καιροί" φ. 25ης Αυγούστου 1937


Το τραγούδι "Οι αδικοπνιγμένοι":

Η καταβύθιση του «Ανάστασις» με τον τρόπο που έγινε, έμεινε χαραγμένη ως ανάμνηση για αρκετό καιρό και έπρεπε να μεσολαβήσουν τα τραγικά γεγονότα του πολέμου και της κατοχής όπου οι εκατόμβες των αμάχων από την πείνα και τους βομβαρδισμούς της πόλης, πέρασαν το ναυάγιο του «Ανάστασις» σε δεύτερη μοίρα, αφού ο θάνατος στα χρόνια που ακολούθησαν έγινε ο μόνιμος σύντροφος της πόλης.

Ωστόσο μέχρι την έλευση του τρομερού πολέμου, η καταβύθιση του «Ανάστασις» έφτασε να γίνει τραγούδι με τίτλο «Οι αδικοπνιγμένοι» από τον Κώστα Ρούκουνα. Όπως κατέγραψε στο ιστολόγιό του ο συνεργάτης και φίλος Βασίλης Κουτουζής, το τραγούδι έγινε δίσκος από την ODEON που γρήγορα όμως αποσύρθηκε από το καθεστώς του Μεταξά. 

«Δυο καπετάνιοι κάνανε μεγάλη απροσεξία
Και τόσος κόσμος πνίγηκε χωρίς καμιά αιτία

Κοσμάκη δώστε προσοχή ν’ ακούστε τα χαμπάρια
Απ΄ όξω από τον Πειραιά τράκαραν δύο καράβια

Το ένα η «Ανάστασις» το άλλο το «Υδράκι»
Απέναντι στου Παρλαμά σκορπίσαν το φαρμάκι

Σκεφτείτε τώρα βρε παιδιά με κλάματα να κράζουν
Γυναίκες, άντρες και παιδιά «σώστε μας» να φωνάζουν.

Ε, ρε τι άδικο κακό ήταν αυτό!

Έτσι τους ήτανε γραφτό να πνιγούνε
Κι όσοι τους περιμένανε στα μαύρα να ντυθούνε»
(στίχοι από την Έκδοση του Δήμου Πειραιά, Σπ. Παπαϊωάννου, «Ο Πειραιάς και το Ρεμπέτικο τραγούδι», Ημερολόγιο 2006).


Πειραϊκή εφημερίδα "Θάρρος" της 27ης Αυγούστου 1937, σελ. 4


Βασική αιτία απόσυρσης του τραγουδιού λέγεται ότι στάθηκε ειδικά ο στίχος "Απέναντι στου Παρλαμά σκορπίσαν το φαρμάκι" καθώς σε αυτόν περίτρανα καταγγέλλεται η ανικανότητα των αρχών του καθεστώτος του Μεταξά, το οποίο ως προμετωπίδα είχε προβάλλει την οργάνωση, την πειθαρχία και την άμεση ανταπόκριση των υπηρεσιών του. Ωστόσο μια καλοκαιρινή βραδιά του Αυγούστου με ήρεμη θάλασσα, μόλις μερικά μέτρα μακριά από ένα κοσμικό κέντρο διασκέδασης, 24 άτομα πνίγηκαν με μόνο διασώστη τον ιδιοκτήτη της παρακείμενης ταβέρνας. 
"Οι αδικοπνιγμένοι" δεν προσδιορίζουν δηλαδή την αναίτια σύγκρουση δύο σκαφών στη θάλασσα, αλλά το γεγονός ότι θα μπορούσαν να σωθούν εάν οι αρχές είχαν κινητοποιηθεί έγκαιρα έστω και στοιχειωδώς. 

Διαβάστε επίσης:





Το τραγικό ναυάγιο του "Πόπη" που έγινε παροιμιώδης έκφραση



του Στέφανου Μίλεση


Το έτος 1920, ένα μετασκευασμένο επιβατικό ατμόπλοιο 408 τ. περιέρχεται στην ιδιοκτησία της "Ηπειρωτικής Ατμοπλοΐας" του Ποταμιάνου και φέρει το όνομα "Πόπη".  
Το "Πόπη" ήταν ένα παλαιό σε ηλικία σκαρί, που όταν εντάχθηκε στην εταιρεία του Ποταμιάνου μετρούσε ήδη σαράντα χρόνια ζωή. Είχε ξεκινήσει ως ιδιωτική θαλαμηγός αναψυχής και αφού άλλαζε διαρκώς ιδιοκτήτες κατέληξε να μετασκευαστεί σε πλοίο ακτοπλοΐας.  

Το "Πόπη" στις 27 Νοεμβρίου του 1934 εξώκειλε στη νησίδα "Κασίδι" που απέχει τριακόσια περίπου μέτρα από τις βραχονησίδες "Φλέβες" και ένα μίλι μετά το ακρωτήριο "Μικρό Καβούρι" που δεν είναι άλλο από το ακρωτήριο που εκτείνεται μετά το Λαιμό της Βουλιαγμένης. 

Το πλοίο ήταν φορτωμένο τουλάχιστον επισήμως με 122 επιβάτες (τόσα ήταν τα εισιτήρια που είχαν εκδοθεί, ενώ αργότερα θα αποδειχθεί ότι οι επιβάτες έφταναν τους 140 καθώς πολλοί είχαν εκδώσει εισιτήριο μέσα στο πλοίο) αλλά και με εμπορεύματα -μεταξύ των οποίων και τυριά- και πλοίαρχο τον Γεώργιο Πιλάλη

Το πλοίο θα εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς, Σύρο, Πάρο, Νάουσα Πάρου, Νάξο, Φολέγανδρο, Σίκινο, Οία, Ίο, Θήρα, Ανάφη, Αμοργό, Αιγιάλη, Σχοινούσα, Ηρακλειά, Κουφονήσια, και επιστροφή μέσω Νάξου, Πάρου, Σύρου, για να καταπλεύσει κάποτε στον Πειραιά από όπου αναχώρησε!

Όταν το "Πόπη" προσέκρουσε, τόσο οι αξιωματικοί του πλοίου όσο και το πλήρωμα φρόντισαν να δώσουν προτεραιότητα στην εκφόρτωση των τυριών που το πλοίο μετέφερε πάνω στη βραχονησίδα, παρά στη διάσωση των επιβατών.


Οι τρεις αξιωματικοί γέφυρας του "Πόπη" πάνω στο ξερονήσι που έριξαν το καράβι, αναμένουν να τους πάρουν για τον Πειραιά. Πίσω τους στοιβαγμένα κεφάλια από τυριά που φρόντισαν οι άνδρες του πληρώματος να βγάλουν την ίδια στιγμή που οι επιβάτες πνίγονταν!


Μετά την προσάραξη άρχισε να λαμβάνει κλίση προς τα δεξιά ενώ οι επιβάτες του προσπαθούν να σωθούν μόνοι τους. Κανείς δεν βρέθηκε να τους οδηγήσει στο κατάστρωμα για να σωθούν. Αυτή η απουσία του πληρώματος την ώρα του κινδύνου επέτεινε την σύγχυση, ενώ μια φωνή μέσα στο σκοτάδι ακούστηκε: "Πνιγόμαστε, σωθείτε όπως μπορείτε". 

Παρότι το πλοίο ουδέποτε βυθίστηκε ολόκληρο, έντεκα επιβάτες πνίγηκαν από τον πανικό που επικράτησε. Τρεις χωροφύλακες που βρέθηκαν να συνοδεύουν κρατουμένους στην Ανάφη, άναψαν κλεφτοφάναρα με τα οποία ο κόσμος κατάφερε να δει και να εξέλθει. Αρκούσε μια οδηγία και μόνο για να εξέλθουν οι επιβάτες και να αποβιβαστούν στην κυριολεξία περπατώντας απλά στη διπλανή στεριά της βραχονησίδας του "Κασιδιού". 

Σημειωτέον ότι το ατμόπλοιο "Πόπη" δεν διέθετε συσκευή ασύρματου τηλέγραφου.  






Η προσάραξη του Α/Π "Πόπη" όπως παρουσιάζεται στο φύλλο της εφημερίδας "Σφαίρα" της 28ης Νοεμβρίου 1934

Η προσάραξη του πλοίου, μεταξύ άλλων προκάλεσε και την έντονη διαμαρτυρία του Συνδέσμου Ραδιοτηλεγραφητών οι οποίοι εξέδωσαν διαμαρτυρία "δια τα όσα συνέβησαν με το Α/Π "Πόπην" κύρια όμως για το γεγονός ότι τα ακτοπλοϊκά σκάφη μέχρι τότε δεν έφεραν ασύρματο τηλέγραφο.




Ο πανικός που επικράτησε κατά την εγκατάλειψη του πλοίου, καθώς η πρόσκρουση έγινε νύχτα, βοήθεια από το πλήρωμα δεν υπήρξε, τηλέγραφο το πλοίο δεν διέθετε, έμεινε βαθιά χαραγμένη για πάντα στη μνήμη του ναυτικού κόσμου και των νησιωτών ώστε η έκφραση "έγινε της "Πόπης"", έγινε ταυτόσημη με τον πανικό και την αταξία της νύχτας του ναυαγίου. 


Οι ναυαγοί του "Πόπη" φτάνοντας στον Πειραιά με σπαραγμό και οδύνη μεταφέρουν τις εικόνες χάους και πανικού που επικράτησαν κατά τη διάρκεια της πρόσκρουσης.
Και δεν έφτανε μόνο αυτό αλλά αφού το πλοίο ρυμουλκήθηκε στον Πειραιά και επισκευάστηκε με μερικές μόνο επιδιορθώσεις, δρομολογήθηκε στη γραμμή Πάτρα, Ζάκυνθο, Αργοστόλι, Ληξούρι.

Σύντομα όμως και σε αυτή την γραμμή το "Πόπη" προσάραξε θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο για δεύτερη φορά τους επιβάτες του. Έλεγαν ότι λόγω υψηλού κέντρου βάρους το πλοίο ήταν ευάλωτο στις απότομες κλίσεις. 

Δεν ήθελε και πολύ ώστε η έκφραση του ναυαγίου, να επανέλθει και πάλι, αφού ο ναυτικός κόσμος μιλούσε εκ νέου για της "Πόπης" τα κατορθώματα! 



Καθώς λοιπόν της "Πόπης" τα κατορθώματα.... λάμβαναν διαστάσεις ο κόσμος απέφευγε να ταξιδεύει με αυτό το πλοίο αφού ένιωθε ανασφαλής. Οι επιβάτες που είχαν γνωρίσει την εμπειρία ενός ταξιδιού με το "Πόπη", εξιστορούσαν τις εμπειρίες τους από το παραλίγο μοιραίο ταξίδι τους.

Τότε το πλοίο άλλαξε για να αποσυνδεθεί από το κακό ιστορικό του, μετονομάσθηκε σε "Ήπειρος". Με την ονομασία αυτή αποτέλεσε ένα από τα πλοία της εταιρείας "Ηπειρωτική", στην οποία επίσης την περίοδο του Μεσοπολέμου ανήκαν τα πλοία "Ελβίρα", "Κίμων", "Πέτρος", "Τάσος" και "Φωκίων".

Όμως οι επιβάτες για να το ξεχωρίζουν -λόγω του κακού του ιστορικού- συνέχιζαν να το αποκαλούν με το αρχικό του όνομα, "Πόπη", αφού αποτελούσε πλέον φόβητρο σε όποιον ταξίδευε με αυτό.  



"Θαλασσοπλαγιά" του Βασίλη Μπαρούτη



"Θαλασσοπλαγιά" του Βασίλη Μπαρούτη

Στο Τουρκολίμανο, οι βάρκες στέκονταν πάνω στο νερό ασάλευτες, όμοιες κυράδες ενδεδυμένες τα νυχτικά τους φορέματα με ακάλυπτα τα ξάρτια τους ορθά σε στάση προσευχής.
Κάπου προς το δείλι την ώρα που αμβλύνουν οι αισθήσεις, φούντωσε λες η γης από τα καμώματα των εραστών κι έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό.
Χάραξε στο κύμα την ανάσα του ο άνεμος κι έγινε Λεβάντες. Και μπήκε στο λιμάνι να ξανασάνει.

Άρχισαν οι βάρκες, στριμωγμένες καθώς ήταν η μία πλάι στην άλλη, να επιδίδονται ταυτόχρονα σε μία ανεπαίσθητη σχεδόν αιώρηση που τους επέβαλε το ανάλαφρο κυματάκι κάτω από τις σκούνες τους. Αιωρούμενες συντονισμένα σε ένα κατανυκτικό τρεμούλιασμα των άκρων τους, έμοιαζαν πράγματι να εκτελούν όχι μόνο προσευχή αλλά λειτουργία ολόκληρη.  Μια ψαλμωδία τρεμόπαιζε σαν μουρμούρισμα ρυθμικό και ατελές και καλούσε τους μύστες να συμμετέχουν σε αυτήν νοητά στρέφοντας απλά το βλέμμα προς τα εκεί.

Το νερό που ήταν στρωμένο από κάτω κι αντανακλούσε τα πλαϊνά τους έμοιαζε με ένα πανί βουτηγμένο στη λαδομπογιά με ανάκατα πάνω του γυναικεία ονόματα λευκό-γραμμένα ανάστροφα. "αιραΜ" όπως Μαρία, "ανιρεταΚ" όπως Κατερίνα και πάει λέγοντας. Όλες τους λειψές στο μάτι που βλέπει μόνο το πάνω μέρος, ιδανικές αγκαλιές για αραλίκι, πιστές ερωμένες. Στον καιρό δοσμένες μονάχα. Ούτε στον καπετάνιο, ούτε στον ψαρά. Στον καιρό. Μπουνάτσα; καλμαριστές. Κύμα; φουριόζες. Όλα τα ζόρια τα περνούσαν γλιστρώντας απαλά πάνω στην υδάτινη αντανάκλαση τους και ζητούσαν λίγα. Όταν τις έτρωγε το αλάτι θελαν φροντίδα, φτιασίδωμα, να ναι μετά έτοιμες να ξανοιχτούν πάλε. Φωνές δεν είχαν δικές τους. Δανικές μόνο έπαιρναν των γλάρων και των ψαράδων. Τις άκουγες να σκούζουν μεσοπέλαγα ή να μουρμουρίζουν ανάκατα λόγια  σαν να σου σιγοτραγουδάει τον καημό του ο ναύτης ή το κλάμα του ο νοικοκύρης που το παιδί του δεν στέριωσε στο ίσκιο του σπιτιού κι έκανε ρεσάλτο στα κύματα.

Κάπου εκεί γεννήθηκες σε μια γειτονιά μέσα στην Καστέλλα.
Τα πρωινά κατηφόριζες το δρόμο προς την ακρογιαλιά κι έριχνες νόθες ματιές στο υδάτινο πάπλωμα. Ξάνοιγες το βλέμμα εκεί που ο βόμβος από τα ψαροπούλια μπέρδευε στο άκουσμα τη λαλιά τους με το άφρισμα του νερού που πλατάγιζε στα βράχια σαν τη γλώσσα στα δόντια μετά από μία γενναία δαπάνη σε φαΐ και ποτό.
Τα μεσημέρια στο μεγαλείο της άνοιξης, ύφαινες με το μυαλό σου στην προκυμαία τα δίχτυα και αρμάτωνες τα παραγάδια με δολώματα.



Οι κόρες των ματιών σου δύο πέτρες πυρωμένες από το λιοπύρι και τα άκρα σου όλα, σχοινιά που τραβούσαν το κορμί στη θάλασσα. Να γίνει ξάρτι με πανί τα μακριά μαλλιά σου να ταξιδέψει.

Και να σκεφτεί κανείς πως όταν βγήκες από την κοιλιά της μάνας σου ήταν τόσο καχεκτικό το σουλούπι σου που για μέρες έσκουζε ανυπόμονο κάποιο όρνιο πάνω από το σπίτι σας. Μόνο όταν σε έβαλαν στο νερό σηκώθηκες στα πόδια σου και πείστηκαν οι γείτονες ότι ήσουν πλάσμα ζωντανό και μάλιστα ανθρώπινο.

Στα πρώτα σκιρτήματα πάλευες να βουτήξεις στα απύθμενα βάθη βγάζοντας σφουγγάρια για τα δάκρυα κάποιου άδολου έρωτα που σε βασάνιζε γλυκά.
Στον ίσκιο της σκέψης σου ίχνη από κοχύλια πάνω στην άμμο και χορωδίες άλμπατρος ζωντάνευαν τα λόγια του παππού σου για ταξίδια του στους ωκεανούς. Είκοσι τρεις φορές είχε γυρίσει τον κόσμο και άλλες τόσες θα τον ξανάφερνε βόλτα αν δεν πάθαινε εκείνο το ατύχημα στο μηχανοστάσιο. Σε ξόρκιζε να μείνεις μακριά από τα πλοία μα η καρδιά σου δεν βολευόταν στη στεριά. Μόνο μέσα στο νερό την άκουγες να πάλλεται ρυθμικά σαν ένα κύτος που βουτάει στην άβυσσο να κρυφτεί από τους θηρευτές του και αναρριγεί τρεμάμενο βουνό στη σεισμική δόνηση που προκαλεί ο φόβος στον κυνηγημένο.

Κι εσύ κυνηγημένος από τις ιστορίες του παππού και τις επικλήσεις του λιμανιού, έτρεχες στους ψαράδες και τους ρωτούσες ποιος να σε έπαιρνε στο καΐκι του. Ένας από την Ύδρα τελικά σε δέχτηκε σε κάποιο πόστο κι εσύ βιάστηκες να φυγαδέψεις τον κρυφό σου πόθο στην αλμύρα και την γλίτσα πάνω στην κουπαστή. Ήταν ένα στενόμακρο σκαρί με τη μηχανή μέσα στην κοιλιά του να γουργουρίζει και με την καμπίνα στην μέση. «Πρωτέα» το είχε ονομάσει ο κύρης του και το είχε ξανοίξει σε όλα τα μήκη και πλάτη του Αιγαίου και παραπέρα. Ο καπετάνιος όμως ήταν άνθρωπος με δύσκολα χούγια και ήθελε ναύτες μόνο από το λιμάνι. Τους έλιωνε στη δουλειά γιατί έλεγε άντεχαν. Αν είχαν ζήσει κάπου πιο μέσα στην πόλη βούταγαν μεσοπέλαγα να γυρίσουν πίσω κολυμπώντας. Μα εσύ δεν λογίστηκες δουλειά, μόνη σου μέριμνα η φυγή στα γκρίζα νερά. Εκεί μονάχα που ένιωθες ελευθερία και γαλήνη. Ίδια μυσταγωγία που τρέφει μια ανώτερη δύναμη μέσα σου, τράβαγες και ξέπλεκες τα δίχτυα με την αγριάδα μερμηγκιού που τραβάει στη φωλιά του πληγωμένο το σκαθάρι να το αποτελειώσει.
Η ψαρόβαρκα του «Πρωτέα» που σε τράβηξε πρώτη στ’ ανοιχτά να τιθασέψεις την ορμή σου και να γίνεις ναύτης. Αυτή ήταν η πρώτη σου αγάπη που σε βάφτισε στα ταραγμένα νερά στο σκαμπανέβασμα της βάρκας κάθε φορά που άνοιγε τον ασκό του ο Αίολος.

Είχες μετά τον τρόπο να μπεις και σε καράβι. Πατρίδα και σπίτι δεν σε είδε ξανά, αραιά και που μόνο όταν έμενες ξέμπαρκος για λίγο στο λιμάνι.

Και να λένε μετά οι παλιοί σου φίλοι στον καφενέ, «ο Άγγελος ρε σεις έχει να πατήσει χρόνια. Μπάρκαρε λέει σε γκαζάδικο με ξένη σημαία κι έχει οργώσει τις θάλασσες σε αμερικές και βραζιλίες».
«Μπα», λέει άλλος, «τον είδα πριν κάτι μήνες που γύρισε σακάτης από τις μηχανές και ζει με τη μάνα του».





Ο Βασίλης Μπαρούτης γεννήθηκε στο Μαρούσι Αττικής και μεγάλωσε στη Χαλκίδα. Φοίτησε στο Τ.Ε.Ι. Καβάλας, στη Σχολή Διοίκησης Παραγωγικών Μονάδων. 
Από το 2007 ζει μόνιμα στην Αθήνα και εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος. 
Αγαπάει τη μουσική, τα ταξίδια, τη μαγειρική, τις κακές συνήθειες και την καλή παρέα. 
Τα πρώτα του γραπτά ήταν στίχοι. 
Έχει κάνει μαθήματα δημιουργικής γραφής και με την παρέα των Luden labs συμμετείχε στην οργάνωση βραδιών ανάγνωσης στην Αθήνα. 
Το διήγημα του «Τι νέα από την Κατερίνα;» τυπώθηκε το 2014 σε μορφή fanzine, ενώ μικρότερα διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό Θράκα. 
Οι ήρωες της καθημερινότητας και η οικογένεια του αποτελούν βασική πηγή έμπνευσης για τα γραπτά του.

H συλλογή διηγημάτων «Ηχολόγια» είναι το πρώτο του βιβλίο. Είναι μέλος της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς.


Η περιπέτεια μεταγραφής του Κώστα Χούμη από τον Εθνικό Πειραιώς στη Βένους Βουκουρεστίου


του Στέφανου Μίλεση

Ο Πειραιώτης Κώστας Χούμης υπήρξε αναμφισβήτητα ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες επιθετικούς ποδοσφαιριστές την περίοδο του Μεσοπολέμου. 

Ταύτισε το όνομά του με την ομάδα του Εθνικού Πειραιώς όπου έπαιζε την περίοδο 1934 - 1936. Αμέσως μετά την αναγνώριση του πηγαίου ταλέντου του, κλήθηκε να επανδρώσει την Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου, με την οποία συμμετείχε σε βαλκανικούς αγώνες ποδοσφαίρου στο Βουκουρέστι στη Ρουμανία. 

Στους αγώνες αυτούς όμως είχαν την ευκαιρία να τον δουν από κοντά και οι εκπρόσωποι της ρουμανικής ομάδας "Βένους", οι οποίοι του προσέφεραν τεράστια χρηματικά ποσά για την εποχή προκειμένου να τον εντάξουν στις τάξεις της ομάδας τους.



Ο Χούμης δελεάστηκε από τις προτάσεις της ρουμανικής ομάδας, αλλά από την άλλη συνάντησε επίμονη άρνηση της οικογένειάς του που ζούσε στον Πειραιά να επιστρέψει πίσω όπως και πραγματικά έγινε. Η "Βένους" την εποχή εκείνη ήταν μια πραγματικά πανίσχυρη ομάδα που είχε ως Πρόεδρο τον Διευθυντή Ασφαλείας του Βουκουρεστίου ενώ τα μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου ήταν όλα σημαίνοντα μέλη της ρουμανικής κοινωνίας. 

Ο Μαρινέσκου (ο Πρόεδρος της "Βένους") μη αποδεχόμενος εύκολα την άρνηση του Χούμη, γνωρίζοντας ίσως ότι ο "μικρός" ήθελε (ήταν μόλις 18 ετών τότε), αλλά οι γονείς του αντιδρούσαν, απέστειλε στον Πειραιά δύο εκπροσώπους του συλλόγου, με αποστολή να συναντήσουν τον Χούμη και να τον πείσουν να αγωνιστεί με τα χρώματα της "Βένους" όπως και πραγματικά έγινε.

Με τον Χούμη στις τάξεις της η "Βένους" γνώρισε πολλές νίκες και έφτασε να κατακτήσει το ρουμανικό πρωτάθλημα. Ο Χούμης λατρεύτηκε από τους Ρουμάνους οπαδούς της "Βένους", το ίδιο όπως είχε συμβεί και με τους Πειραιώτες οπαδούς του Εθνικού, ενώ η μεταγραφή του στη "Βένους" αποτέλεσε την πρώτη μεταγραφή Έλληνα ποδοσφαιριστή σε ομάδα του εξωτερικού.

Το καλοκαίρι του 1937 ο Χούμης ζήτησε από τη "Βένους" άδεια προκειμένου να επισκεφθεί τον Πειραιά και να δει από κοντά την οικογένειά του και τους φίλους του. 

Η ομάδα του Εθνικού Πειραιώς του 1927
Η ομάδα του Εθνικού Πειραιώς το 1933


Πραγματικά ο Χούμης έλαβε σαράντα ημέρες άδεια και κατέβηκε στον Πειραιά, όπου τις πέρασε με την οικογένειά του. Σε όλη τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα τόσο η οικογένειά του όσο και παράγοντες του Εθνικού Πειραιώς, τον πίεζαν διαρκώς να επιστρέψει στις τάξεις του Εθνικού. Κι όσο οι ημέρες περνούσαν, τόσο οι πιέσεις αυξάνονταν. Μέχρι που την ημέρα της αναχωρήσεως ο Χούμης δεν έφυγε και παρέμεινε στον Πειραιά!

Φίλοι και παλαιοί συναθλητές του από τον Εθνικό Πειραιώς τον έπεισαν να τους ακολουθήσει σε μια εκδρομή στις Σπέτσες. Βεβαίως αυτό ανησύχησε έντονα τους Ρουμάνους οι οποίοι ωστόσο είχαν τον τρόπο να λάβουν πληροφορίες για το τι συνέβαινε. Και οι πληροφορίες αυτές προέρχονταν από έναν Ελληνορουμάνο παράγοντα της "Βένους" τον Νικόλαο Χρόνη, που είχε ως αποστολή να πληροφορείται για τις κινήσεις τους Χούμη στον Πειραιά. Μέσω αυτού οι Ρουμάνοι έμαθαν ότι ο Χούμης βρισκόταν στις Σπέτσες με συναθλητές της προγενέστερης ομάδας του, του Εθνικού. 

Στέλνουν στις Σπέτσες ξανά αντιπροσώπους τους, οι οποίοι έρχονται σε επαφή με τον Χούμη για να του ανακοινώσουν την προσφορά 300 χιλιάδων δραχμών ως πριμ επιστροφής στη Ρουμανία και νέο μηνιαίο μισθό ύψους δέκα χιλιάδων Λέι


Η επιστροφή του Χούμη στη Ρουμανία, θα ήταν υπόθεση εύκολη και γρήγορη, καθώς τότε ρουμανικά ατμόπλοια αφενός αναχωρούσαν από το λιμάνι του Πειραιά, αφετέρου ο ίδιος ο Χούμης διέθετε ρουμανικό διαβατήριο το οποίο η "Βένους" είχε φροντίσει να προμηθεύσει. 

Οι οπαδοί του Εθνικού Πειραιώς μαθαίνοντας την τελική απόφαση του Χούμη να επιστρέψουν, αρνούμενοι επίσης να δεχθούν την απόφαση ως τετελεσμένη, αποφάσισαν να δράσουν. Μέλη του συλλόγου αποφάσισαν να φρουρούν διαρκώς την πατρική εστία στην οποία διέμενε ο Χούμης ώστε εξερχόμενος αυτός να δεχθεί και τις προτάσεις του Εθνικού και να πεισθεί να παραμείνει, όπως πραγματικά και έγινε. 

Ο Χούμης όχι μόνο πείσθηκε από τους παράγοντες του Εθνικού να μείνει στον Πειραιά, αλλά λέγεται ότι υπέγραψε και δήλωση παραμονής προς την Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία ώστε να αποσταλεί προς την αντίστοιχη Ρουμανική Ομοσπονδία, για να υπάρξει αποδέσμευση του ποδοσφαιριστή, γεγονός όμως η ίδια η εξέλιξη της ιστορίας δεν φαίνεται να επιβεβαιώνει ότι συνέβη.  

Οι Ρουμάνοι που στο μεταξύ λάμβαναν όλες τις πληροφορίες για τις προθέσεις του Χούμη, έστειλαν στην Ελλάδα τον Αντιπρόεδρο του Συλλόγου Εντερλέσκο ο οποίος κατέφθασε επειγόντως στην Αθήνα με αεροπλάνο και διέμεινε στο ξενοδοχείο "Μεγάλη Βρετανία". 
Ο Εντερλέσκο επισκέφθηκε το ίδιο το σπίτι του Χούμη στον Πειραιά, όπου παρουσία του ίδιου και των γονέων του προσέφερε το αστρονομικό για την εποχή ποσό του ενός εκατομμυρίου δραχμών, ως πριμ επιστροφής, δηλαδή ποσό μόνο για να επιστρέψει ο Χούμης πίσω στη Ρουμανία. 

Σκηνές που δεν είναι εύκολο να περιγραφούν, διαδραματίστηκαν στην οικία των γονέων του Χούμη, στην οποία εκτός από τους γονείς του Έλληνα ποδοσφαιριστή και τον ίδιο ήταν μαζί οι αντιπρόσωποι της "Βένους" όπως και αντιπρόσωποι του Εθνικού Πειραιώς. Λέγεται ότι ο ίδιος ο ποδοσφαιριστής ήταν αδιάφορος στα χρήματα που του προσέφεραν, αλλά για προσωπικούς και μόνο λόγους (μιλούσε για κάποιο αισθηματικό δεσμό που στο μεταξύ είχε συνάψει), επιθυμούσε να επιστρέψει στη Ρουμανία. Οι εφημερίδες έγραψαν τότε πολλά για το ποιοι ήταν οι λόγοι αυτοί. 

Η ουσία των γεγονότων είναι ο Χούμης επέστρεψε πίσω στη "Βένους" στην οποία λατρεύτηκε όσο κανείς άλλος ποδοσφαιριστής στην ιστορία της. Το ποσό του ενός εκατομμυρίου που διέθεσε το 1937 η "Βένους" για να τον πείσει να επιστρέψει, είναι επί της ουσίας προστιθέμενο στα ποσά που ήδη είχαν καταβληθεί το 1936 για την απόκτησή του και στο πριμ των 300 χιλιάδων δραχμών στον ίδιο τον ποδοσφαιριστή, ξέχωρα οι μηνιαίοι μισθοί του. Ο Χούμης υπήρξε όχι μόνο η πρώτη διεθνής μεταγραφή Έλληνα ποδοσφαιριστή στο εξωτερικό αλλά και για πολλά χρόνια παρέμεινε και η ακριβότερη.  

Οι παράγοντες του Εθνικού ερωτώμενοι τότε για την υπόθεση του Χούμη, απλώς απαντούσαν ότι ο Χούμης αποφάσισε να παραμείνει στον Εθνικό και ότι η ομάδα τον κρατούσε κρυμμένο κάπου στη Σύρο, ώστε να εμφανιστεί στο πρώτο παιχνίδι της ομάδας!

Φυσικά ο Χούμης ουδέποτε εμφανίστηκε να παίξει με τον Εθνικό, παρότι μια Κυριακή πριν την έναρξη του πρωταθλήματος, οι εφημερίδες της εποχής διαφήμιζαν το επερχόμενο παιχνίδι του Εθνικού ότι θα γίνει στο ποδηλατοδρόμιο έχοντας τον Χούμη στην ομάδα του! 

Μία μόλις Κυριακή πριν την έναρξη της αγωνιστικής περιόδου του 1937 ο Χούμης παρουσιάζεται από τις εφημερίδες να αποτελεί παίκτης της ομάδας του Εθνικού.