"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Ο πίνακας "Τερψιθέα" του Βασιλείου Χατζή




του Στέφανου Μίλεση

Μια από τις σπουδαιότερες απεικονίσεις ενός σημείου του Πειραιά του 1884 διασώθηκε χάρη στον πίνακα του Βασιλείου Χατζή με τον τίτλο "Τερψιθέα"

Ο Βασίλειος Χατζής αν και έχει καταταχθεί στους θαλασσογράφους, μας δίνει έναν θαυμάσιο πίνακα που απεικονίζει έναν Πειραιά, η ανάπτυξη του οποίου οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη προσήλωση των φιλοπρόοδων Δημάρχων του, των πρώτων ετών της δημιουργίας του. 

Ο Χατζής γεννήθηκε το 1875 στην Καστοριά αλλά από μικρή ηλικία βρέθηκε στην Πάτρα. Πέθανε νεότατος το 1915. Ήταν μαθητής του Νικηφόρου Λύτρα αλλά και του Κωνσταντίνου Βολανάκη και ταύτισε το όνομά του με τη ναυτική εποποιία των Βαλκανικών πολέμων. 

Ο πίνακας ανήκε στη συλλογή του Ευριπίδη Κουτλίδη και μια φωτογραφική απεικόνιση από το πρωτότυπο πέτυχε ο Π. Ευαγγελάτος για λογαριασμό του Σπύρου Μαρκεζίνη που την εποχή εκείνη συνέγραφε το έργο του, με τίτλο "Πολιτική ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος"

Από αυτό έγινε αφορμή να αναπαραχθεί σε εκατοντάδες αντίγραφα και να γίνει ευρύτατα γνωστός.

Ο Χατζής επέλεξε στον πίνακά του να απεικονίσει τους κήπους της Τερψιθέας καθώς αποτελούσαν το ωραιότερο πάρκο εκείνη την εποχή, ευρισκόμενο επί της άλλοτε Λεωφόρου Σωκράτους, μετέπειτα Βασιλέως Κωνσταντίνου και σημερινή Ηρώων Πολυτεχνείου. 

Ο ατμήλατος σιδηρόδρομος άφησε πολλές αναμνήσεις στους Πειραιώτες τον οποίο αποκαλούσαν "Κολοσούρτη". Διερχόταν από τους κήπους της Τερψιθέας ανάμεσα σε στοιχισμένες ομοιόμορφα δενδροστοιχίες που πλαισίωναν τη διαδρομή του. Ο ζωγράφος Χατζής επέλεξε στο έργο του να απεικονίσει και τον σιδηρόδρομο, διασώζοντάς τον για πάντα στη συλλογική μνήμη. Η μικρή ατμομηχανή σέρνει αγκομαχώντας τρία βαγόνια έχοντας πίσω της ως φόντο τα υπέροχα νεοκλασικά αρχοντικά της Τερψιθέας.

Ο ατμοκίνητος αυτός σιδηρόδρομος που εκτελούσε τη γραμμή Άγιος Βασίλειος - Νέο Φάληρο θα μετατραπεί πολλά χρόνια αργότερα (το 1907) σε ιπποκινούμενος μετά το τραγικό δυστύχημα της Γαργαρέττας. 
Στο ίδιο σημείο του πίνακα του Χατζή, ο ιπποκινούμενος σιδηρόδρομος θα κατασκευάσει τον έναν από τους δύο σταθμούς αντικατάστασης των αλόγων (θα είναι το γνωστό ως ιπποστάσειο Τερψιθέας). 


Μπροστά από τον ατμοκίνητο διακρίνεται ιπποκίνητη άμαξα να διέρχεται την δενδροφυτεμένη λεωφόρο


Την ιστορία του ατμοκίνητου σιδηροδρόμου που απεικονίζεται να διέρχεται από τους κήπους της Τερψιθέας μπορείτε να διαβάσετε εδώ

Η συνοικία Τσίλλερ (Καστέλλα) το 1884 έχει ήδη οικοδομηθεί αλλά η αίγλη της Τερψιθέας διατηρείται ακόμα καθώς συνεχίζει να αποτελεί τον κύριο τόπο περιπάτου των Πειραιωτών. 

Ο πίνακας απεικονίζει θερινή περίοδο αφού οι διερχόμενες κυρίες κρατούν ομπρέλες, για προστασία από τον ήλιο, ενώ στα αριστερά τρία καλοντυμένα παιδιά αστικής τάξης παίζουν με τα νερά του σιντριβανιού, φορώντας τα δύο από αυτά ψάθινα καπέλα. Το αγόρι, είναι ντυμένο ναυτάκι, σύμφωνα με τις συνήθειες της εποχής. 
Το 1878 κατασκευάστηκε από τον Ιωάννη Λαζαρίμο το συντριβάνι των κήπων. 

Τις μαρμάρινες σκάλες των κήπων ετοιμάζεται να ανέβει ένας άνδρας ντυμένος με την παραδοσιακή μακριά φουστανέλα, δημιουργώντας αντίθεση με τις υπόλοιπες ενδυμασίες που είναι αστικές και κύρια με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και της προόδου όπως τονίζεται από την ύπαρξη της ατμομηχανής. 


Ο φουστανελοφόρος που ετοιμάζεται να ανέβει τα μαρμάρινα σκαλιά της Τερψιθέας


Την ιστορία της Πλατείας Τερψιθέας μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ.

Σήμερα η μοναδική κατασκευή που έχει μείνει αναλλοίωτη είναι ο τοίχος που διαχωρίζει το άνω με το κάτω διάζωμα των κήπων. 



    

Τα αχθοφορικά δικαιώματα που εξελίχθηκαν σε βεντέτα (1906)


του Στέφανου Μίλεση


Ένα ταξίδι από τον Πειραιά προς κάθε νησιωτικό ή στεριανό προορισμό ή και αντιστρόφως στα τέλη του 19ου αιώνα στις αρχές του 20ου, αποτελούσε από μόνο του μια πραγματική Οδύσσεια και μια απόδειξη αντοχής, της άριστης φυσικής κατάστασης αλλά και της διατήρησης της ψυχικής υγείας του ίδιου του ταξιδιώτη. Αναφερόμαστε σε μια εποχή κατά την οποία οι περισσότεροι χερσαίοι προορισμοί εκτελούνταν ακόμα με πλοία, καθώς οι δρόμοι ήταν κακοτράχαλοι, το οδικό δίκτυο ανύπαρκτο, ενώ οι σιδηροδρομικές μεταφορές ήταν υποτυπώδεις. Κάτω από αυτές τις συνθήκες το μόνο μέσο που απέμενε για να πας στο Βόλο, στην Πάτρα, στην Κόρινθο και βέβαια σε όλα τα νησιά, ήταν ο βαπόρι. 


Η όλη η ταλαιπωρία του ταξιδιού, δεν ήταν μόνο στο ίδιο καθεαυτό ταξίδι, αλλά και στην προσπάθεια επιβίβασης στο πλοίο ή αποβίβασης από αυτό.


Στην επιβίβαση στα πλοία ο υποψήφιος ταξιδιώτης έπρεπε καταρχάς να βρει τρόπο να φτάσει στο σταθμό του Θησείου (τα πρώτα χρόνια) ή της Ομονοίας (στα επόμενα) για να επιβιβαστεί στο σιδηρόδρομο Αθηνών – Πειραιώς και να κατευθυνθεί προς το λιμάνι του Πειραιά. Εκεί βρισκόταν αντιμέτωπος με ένα πραγματικό χάος, αφού τα πλοία δεν πλεύριζαν στο λιμάνι αλλά απείχαν από τις προβλήτες τόσο, όσο χρειάζονταν για να καθίσταται αναγκαία η περίφημη μεταφορά επιβατών και αποσκευών με βάρκες. Πριν όμως από την επιβίβαση στις βάρκες, προηγείτο η έρευνα στις αποσκευές, καθώς τότε εφαρμόζονταν τα περίφημα «Διαπύλια Τέλη»

Επρόκειτο για έναν φόρο που αποτελούσε το κυριότερο δημοτικό έσοδο, και αφορούσε συγκεκριμένα προϊόντα που μπορούσε να αγοράσει κάποιος στην Αθήνα ή στον Πειραιά, αλλά δεν επιτρεπόταν να τα εξάγει εκτός των ορίων των πόλεων αυτών. Στην περίπτωση εξαγωγής τους, που ήταν συνηθισμένη καθώς η λίστα περιελάμβανε μεγάλο αριθμό προϊόντων, επιβαλλόταν ένα μικρό τέλος. Για αυτό το μικρό όμως τέλος, γινόταν ενδελεχής έρευνα είτε από τελωνοφύλακες μέσα στο λιμάνι, είτε από υπαλλήλους του Δήμου εντός του σιδηροδρομικού σταθμού. Μάλιστα τους κεντρικούς δρόμους εισόδων – εξόδων πόλεων, όπως η οδός Πειραιώς,  υπήρχαν και κατάλληλα οικήματα για την είσπραξη των τελών αυτών. Στο Νέο Φάληρο, στην παραλία, μέχρι πριν μερικές δεκαετίες, διατηρείτο ακόμα ένα τέτοιο οίκημα, που αποκαλείτο «καπέλο» καθώς όλη η κατασκευή θύμιζε ένα πηλήκιο! 

Τα διαπύλια Τέλη του Νέου Φαλήρου το 1935 στο γνωστό οίκημα ως "Καπέλο"


Μόλις λοιπόν ο υποψήφιος επιβάτης έφτανε σαστισμένος στον σιδηροδρομικό σταθμό στον Πειραιά, ως πρώτη προϋπόθεση του ταξιδιού του ήταν να υποστεί έρευνα των αποσκευών του, είτε επί τόπου στον σταθμό, είτε αμέσως μετά από τους τελωνοφύλακες στις αποβάθρες του λιμανιού. Αμέσως μετά, έπρεπε να αποφασίσει με ποιο πλοίο θα ταξιδέψει, καθώς τα βαπόρια τότε ήταν τελείως διαφορετικά μεταξύ τους. Διέφεραν σημαντικά στην ταχύτητα, στις τιμές των εισιτηρίων, στην ενδιαίτηση εντός του πλοίου, στα ενδιάμεσα λιμάνια που έπιαναν και σε τόσα άλλα που καθιστούσαν την απόφαση, όμοια με απόφαση ζωής και θανάτου! Άλλα από αυτά ήταν ατμόπλοια κι άλλα ιστιοφόρα, σε άλλα κοιμόσουν στο κατάστρωμα, σε άλλα σε αιώρα και σε κάποια εντός καμπίνας! Και η πληροφόρηση καθίστατο ακόμα πιο δύσκολη, καθώς οι υπάλληλοι των πλοίων οι γνωστοί «κράχτες» ήταν ειδικοί στην παραπληροφόρηση! Έλεγαν ψέματα για τα άλλα πλοία προς το δυσμενέστερο, ψέματα για τα πλοία που αντιπροσώπευαν προς το ευμενέστερο, έλεγαν ψέματα γενικώς κατά όπως τους συνέφερε. Οι υποψήφιοι επιβάτες αποτελούσαν εν δυνάμει υποψήφια θύματα και μάλιστα πρώτης τάξεως!



Αλλά κι αν ο υποψήφιος επιβάτης κατάφερνε να επιλέξει σε ποιο από τα πλοία θα επιβιβαζόταν, μεσολαβούσε ο γνωστός και μη εξαιρετέος αχθοφόρος. Ήταν ο υπάλληλος του λιμανιού ο οποίος άρπαζε υποχρεωτικά τη βαλίτσα από το χέρι του ταξιδιού για να του ελαφρύνει όχι τα χέρια, αλλά την τσέπη. Διότι το δεκάδραχμο, για τα αχθοφορικά δικαιώματα, ήταν υποχρεωτικό ακόμα κι αν στο χέρι κρατούσες μια ομπρέλα! Τότε ο αχθοφόρος την άρπαζε κι άρχιζε να τρέχει μπροστά όχι προς την επιθυμητή κατεύθυνση, αλλά προς εκείνη που ο ίδιος ήθελε να επιβιβάσει τον υποψήφιο επιβάτη. Ο αχθοφόρος παρά την όποια επιλογή του ταξιδιώτη, προσπαθούσε να τον πείσει για κάτι διαφορετικό, παρουσιάζοντάς του ανύπαρκτα μειονεκτήματα για το πλοίο που επέλεξε ή εξίσου ανύπαρκτα πλεονεκτήματα για το πλοίο που ο ίδιος πρότεινε, καθώς εάν τον έπειθε, θα λάμβανε τα «μεσιτικά» από εκείνον που το πρακτόρευε.  Και ήταν γεγονός ότι τα βαπόρια που πρότειναν οι αχθοφόροι ήταν τα χειρότερα, για αυτό άλλωστε και οι πράκτορές τους κατέβαλαν τα «μεσιτικά».

Ακτή Μιαούλη 1900

Εάν ο ταξιδιώτης ωστόσο κατάφερνε να μείνει ακλόνητος στην απόφασή του και να συνεχίσει σταθερά προς τον προορισμό του, θα έπρεπε να περάσει έναν ακόμα σκόπελο, χειρότερο του προηγούμενου, που ήταν ο βαρκάρης. Όπως ο αχθοφόρος προσπαθούσε να μεταπείσει τον επιβάτη στη στεριά, όμοια και ο βαρκάρης στη θάλασσα. Αν και η επίσημη αποστολή του βαρκάρη ήταν η μεταφορά του ταξιδιώτη από την άκρη της προβλήτας έως το πλοίο, που συνήθως έστεκε πρυμνοδετημένο λίγα μέτρα πιο κάτω. 


Οι βαρκάρηδες ωστόσο δεν περίμεναν μέσα στις βάρκες τους  επιβάτες, αλλά στην άκρη της προβλήτας. Μόλις πλησίαζε ο αχθοφόρος έτρεχαν να αρπάξουν τη βαλίτσα από το χέρι του, να την πετάξουν μέσα στη βάρκα, ώστε να ακολουθήσει υποχρεωτικά και ο επιβάτης. Οι αχθοφόροι έκαναν συνεργασίες «κολεγιές» με τους βαρκάρηδες για συγκεκριμένα πλοία. Συνέβαινε πολλές φορές, εάν ο επιβάτης είχε πολλές βαλίτσες, μια να αρπαχθεί από έναν λεμβούχο και η δεύτερη από κάποιον άλλον! Όμοια οι λεμβούχοι, όπως και οι αχθοφόροι, είχαν επίσης «πιαστεί» από τις εταιρείες ώστε να προτείνουν συγκεκριμένο πλοίο ο καθένας. Έτσι είχε συμβεί η μια βαλίτσα να τραβούσε προς ένα πλοίο, η δεύτερη σε άλλο και ο ίδιος ο επιβάτης σε μια τρίτη βάρκα να κινείται σε διαφορετικό πλοίο.


Ακτή Μιαούλη 1903


Συνέβαινε πολλές φορές, εάν ο επιβάτης είχε πολλές βαλίτσες, μια να βρεθεί στα χέρια ενός λεμβούχου και η δεύτερη από κάποιον άλλον! Όμοια οι λεμβούχοι, όπως και οι αχθοφόροι, είχαν επίσης «πιαστεί» από τις εταιρείες ώστε να προτείνουν συγκεκριμένο πλοίο ο καθένας. Έτσι είχε συμβεί η μια βαλίτσα να τραβούσε προς ένα πλοίο, η δεύτερη σε άλλο και ο ίδιος ο επιβάτης σε μια τρίτη βάρκα να κινείται σε διαφορετικό πλοίο.

Αλλά και η αντίστροφη διαδρομή της αποβίβασης στο λιμάνι του Πειραιά είχε τους δικούς της νόμους, αλλά με την αντίστροφη διαδρομή. Από το πλοίο στον βαρκάρη κι από εκεί στην προβλήτα και στο αχθοφόρο για την αίθουσα του Τελωνείου. Έλεγχος αποσκευών και πεζοπορία για τον σιδηροδρομικό σταθμό.   






Μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία οι παρεξηγήσεις δίνανε και παίρνανε. Δεν ήταν λίγο πράγμα να σου επιτεθεί κάποιος στα ξαφνικά και να βάζει χέρι στις αποσκευές σου ή να στις αρπάζει με το έτσι θέλω τρέχοντας προς μια κατεύθυνση.
Μετά από καυγάδες με αγριοφωνάρες και απειλές, προς όλες τις κατευθύνσεις, οι παρεξηγήσεις λύνονταν  με ένα «παρντόν» ή «με το συμπάθιο» σα να μην είχε συμβεί το παραμικρό. Όχι όμως πάντοτε.

Τον Φεβρουάριο του 1906 το ιταλικό ατμόπλοιο «Φλόριο» καταπλέει από τα Χανιά στον Πειραιά. Ανάμεσα στους επιβάτες που αποβιβάζονται και δεκαπέντε Κρητικοί του οπλαρχηγού της κρητικής επανάστασης του Καπετάν Βάρδα. Οι αχθοφόροι τους αναμένουν, λαμβάνουν τα πράγματά τους και τα μεταφέρουν στο Τελωνείο για τον καθιερωμένο έλεγχο. Από αυτούς δύο έχουν ξεμείνει πιο πίσω, προχωρώντας αργά έχοντας στα χέρια τις βαλίτσες τους. Τότε ένας Μανιάτης αχθοφόρος τους σταματά και κάνει να αρπάξει τις βαλίτσες για να τις μεταφέρει. Έλα όμως που οι κρητικοί δεν κατανοούσαν από βαρκαδιάτικα, αχθοφορικά και τους παράξενους αυτούς λιμανίσιους κανονισμούς;
-  «Μα αφού βλέπεις ότι τα κρατούμε μόνοι μας. Τι μας φορτώνεσαι;» του λένε. Μα ο αχθοφόρος επιμένει. Και κουβέντα στη κουβέντα, ο λόγος γίνεται τραχύς.
-   «Εσείς οι Κρητικοί δεν θα γίνετε άνθρωποι» απαντά ο Μανιάτης αχθοφόρος.
-    «Όχι εσείς οι Μανιάτες» ανταπαντούν οι Κρητικοί. 

Γρήγορα η λογομαχία μετατρέπεται σε συμπλοκή. Ενισχύουν με μιας οι Κρητικοί τους δικούς τους από τη μια και οι Μανιάτες τον συνάδελφό τους από την άλλη. Η διένεξη επιβατών αχθοφόρων μετατρέπεται σε μάχη Κρητικών και Μανιατών. Ο αχθοφόρος ο Μανιάτης που λεγόταν Ευστάθιος Σαραντέας τραβάει μαχαίρι και καταφέρνει μια στον κρητικό που δεν του έδινε τις βαλίτσες τον Γιάννη Πολυμενάκη. Ο αχθοφόρος με τη βοήθεια του βαρκάρη που ήταν η «κολεγιά» του διαφεύγει. Οι βαρκάρηδες στο πλευρό των αχθοφόρων, αφού και οι δύο τάξεις κάνουν το ίδιο πράγμα. Από ξηράς οι πρώτοι, από θαλάσσης οι δεύτεροι. Οι Κρητικοί που θα αντιληφθούν τη συνεργασία βαρκαρο-αχθοφόρων θα σκοτώσουν λίγο αργότερα έναν  βαρκάρη ονόματι Δημήτρη Τζιλιάνο παρότι δεν ήταν από τη Μάνη αλλά από την Κεφαλλονιά. Η είδηση των επεισοδίων μεταδίδεται ταχέως, γρηγορότερα και από το αναστάσιμο φως.

Από τη συνοικία των Κρητικών κατεβαίνουν ομάδες Κρητικών οπλισμένων με ό,τι βρίσκει πρόσφορο ο καθένας, οι οποίοι αναζητούν να βρουν Μανιάτες στον Πειραιά, κυρίως στα λεγόμενα μανιάτικα καφενεία. Γυρνούν μανιασμένα στα σημεία που συνήθως συχνάζουν Λάκωνες. Η πρώτη μάχη γίνεται στο γνωστό «Γιαχνί σοκάκι», στο στενό δηλαδή του Αγίου Σπυρίδωνα. Η δεύτερη στην Τρούμπα. Οι Κρητικοί δεν εμπιστεύονται την επέμβαση της Αστυνομίας καθώς στα αστυνομικά τμήματα του Πειραιά υπηρετούν πολλοί Μανιάτες. Το "Μανιάτης είναι ο Παπάς, Μανιάτης ο Αστυνόμος, Μανιάτικος κι ο νόμος" είναι άλλωστε γνωστό! Αρνήθηκαν να παραδώσουν τον οπλισμό τους και ταμπουρώθηκαν στην κορυφή του λόφου της Καστέλλας.  

Ο Πειραιάς θυμίζει στρατοκρατούμενη πολιτεία. Στο μεταξύ έρχονται στο φως τα πραγματικά περιστατικά. Ο κρητικός Ιωάννης Πολυμενάκης, εκείνος που αρνείτο να δώσει τις αποσκευές του στο λιμάνι, δεν ήταν νεκρός αλλά τραυματισμένος στα νεφρά. Τρεις άλλοι όμως είχαν πέσει νεκροί (ένας Κρητικός, ένας Μανιάτης και ένας Κεφαλλήνιος βαρκάρης) επειδή όλοι πίστεψαν ότι ο Πολυμενάκης είχε πεθάνει. Η υποψία φονικού του ενός, δημιουργεί βεντέτα στην οποία τρεις πέφτουν στην πραγματικότητα νεκροί!


13 Φεβρουαρίου 1906 - Η παρεξήγηση των "αχθοφορικών δικαιωμάτων" που έφτασε να παρουσιαστεί ως "Άγια φυλετική έριδα"


Δεκάδες άλλοι ήταν τραυματίες και ζημιές πολλών εκατομμυρίων δραχμών. Η σύγκρουση Κρητικών - Μανιατών είχε προκληθεί από μια παρεξήγηση, που είχε να κάνει με τη χαοτική διαδικασία που απαιτούσε η επιβίβαση ή αποβίβαση ταξιδιωτών στα πλοία του λιμανιού του Πειραιά. Τα βαρκαδιάτικα, τα αχθοφορικά, οι κολεγιές, οι αγκαζαρισμένοι αχθοφόρους και βαρκάρηδες, τα διαπύλια τέλη και ο υποχρεωτικός έλεγχος των αποσκευών, δημιούργησαν μια κατάσταση που έφτασε να παρουσιαστεί από τον τύπο της εποχής ως εμφύλιος πόλεμος, φυλετική έριδα και ένοπλος στάσις. Της περίστασης προσπάθησαν να επωφεληθούν οι Κεφαλλήνες οι οποίοι πρότειναν να αναλάβουν τα αχθοφορικά δικαιώματα στη θέση των Λακώνων!    

Ποτέ άλλοτε τόσο ασήμαντες λεπτομέρειες δεν είχαν δημιουργήσει ένα τόσο σοβαρό πρόβλημα. 

Η σύλληψη του Δημάρχου Πειραιά, που οδήγησε τη χώρα σε εκλογικό χάος και τις Πειραιώτισσες να ψηφίζουν για πρώτη φορά

Ο Δήμαρχος Πειραιώς Τάκης Παναγιωτόπουλος που προσπάθησε να διασώσει το τραπεζικό του ίδρυμα με την επωνυμία "Τράπεζα Παναγιωτόπουλου".



Του Στέφανου Μίλεση


Ο Κώδικας των Δήμων και Κοινοτήτων που τέθηκε σε εφαρμογή με το Προεδρικό Διάταγμα της 5ης Φεβρουαρίου του 1930, προέβλεπε το δικαίωμα ψήφου στις επόμενες δημοτικές εκλογές, όποτε αυτές θα διεξάγονταν, για τις γυναίκες εκείνες που είχαν συμπληρώσει το 30ο έτος της ηλικίας τους και που διέθεταν τουλάχιστον απολυτήριο δημοτικού Σχολείου. 

Οι Ελληνίδες κλήθηκαν να ασκήσουν το δικαίωμα της ψήφου σε Δημοτικές εκλογές στις 11 Φεβρουαρίου του 1934. Αυτή η ημερομηνία χαρακτηρίστηκε ως σταθμός στα ζητήματα της γυναικείας ισότητας ενώ μέχρι σήμερα μνημονεύεται καθολικά ως ημερομηνία που οι Ελληνίδες ψήφισαν σε δημοτικές εκλογές για πρώτη φορά.

Ωστόσο η ημερομηνία αυτή δεν είναι απολύτως σωστή, διότι οι πρώτες γυναίκες που ψήφισαν σε δημοτικές εκλογές, ήταν εκείνες που σε περιοχές της Ελλάδας προκηρύχθηκαν Δημοτικές εκλογές νωρίτερα, όπως η Θεσσαλονίκη, οι Οινούσσες και η Σάμος. Έτσι και στον Πειραιά, οι Πειραιώτισσες ψήφισαν για πρώτη φορά δύο χρόνια νωρίτερα από την ημερομηνία που φέρεται επίσημα ως «πρώτη» για τη γυναικεία ψήφο. 

Και αυτό είχε να κάνει από μια κατάχρηση που συνέβη στον Πειραιά. Η κατάχρηση αυτή οδήγησε στη σύλληψη του Δημάρχου Πειραιώς Τάκη Παναγιωτόπουλου, στην έκπτωση του αξιώματός του και στην διενέργεια δημοτικών εκλογών μόνο για τον Δήμο Πειραιώς τον Φεβρουάριο του 1932. Οι Πειραιώτισσες ψήφισαν για πρώτη φορά σε δημοτικές εκλογές, δύο χρόνια νωρίτερα συγκρινόμενες με τις περισσότερες Ελληνίδες που ανέμεναν να ψηφίσουν στις δημοτικές εκλογές του 1934.


Ο Τάκης Παναγιωτόπουλος στο εδώλιο του κατηγορουμένου στο δικαστήριο



Η πρωτοφανής Ρεμούλα

Η ιστορία αναλυτικά έχεις ως εξής. Περί τα μέσα Νοεμβρίου του 1931 ξεσπά ένα μεγάλο οικονομικό σκάνδαλο στον Δήμο Πειραιώς το οποίο χαρακτηρίζεται ως «πρωτοφανής ρεμούλα»! Το ποσό της καταχρήσεως υπερβαίνει τα 50 εκατομμύρια δραχμές, ενώ εμπλέκεται σε αυτό και ο ίδιος ο Δήμαρχος της πόλης που ήταν τότε ο Τάκης Παναγιωτόπουλος. Πολλά χρόνια πριν, τόσο στον Πειραιά όσο και στο Παρίσι, λειτουργούσε η «Τράπεζα Παναγιωτόπουλου» η οποία είχε συσταθεί με κεφάλαια του πατέρα του καταχραστή Δημάρχου, του Αναστάσιου Παναγιωτόπουλου, που επίσης είχε διατελέσει Δήμαρχος Πειραιά και γνωστή βενιζελική προσωπικότητα. Από κακή διαχείριση όμως, η Τράπεζα υπέστη ισχυρό οικονομικό κλονισμό αναστέλλοντας αρχικά τις πληρωμές της και οδηγούμενη πολύ γρήγορα σε χρεοκοπία.

Τότε ο Τάκης Παναγιωτόπουλος για διασώσει την Τράπεζα, που ο ίδιος ο πατέρας του είχε δημιουργήσει, αλλά και για να σώσει το γόητρο του ονόματός του που θεωρείτο ως προμετωπίδα της βενιζελικής παράταξης στον Πειραιά, ανέλαβε τη διάσωσή της. Άρχισε να καταβάλλει τα χρήματα που η Τράπεζα όφειλε, πιέζοντας αρχικά συγγενείς και οπαδούς της βενιζελικής παράταξης στον Πειραιά να συνδράμουν οικονομικά τη διάσωσή της. Αυτή η πίεση οδήγησε και τον αλευροβιομήχανο Βούρβουλη να οδηγηθεί την ίδια εποχή σε χρεωκοπία. Ο Παναγιωτόπουλος βλέποντας ότι και αυτά τα χρήματα δεν ήταν αρκετά για τη διάσωση της τράπεζας, δημιούργησε το 1928 στον Δήμο Πειραιώς ένα αυτόνομο ταμείο είσπραξης οφειλών στο οποίο τοποθέτησε δικούς του ανθρώπους, της απολύτου δηλαδή εμπιστοσύνης του. Τα χρήματα του ταμείου οδηγούνταν φυσικά για τη σωτηρία της «Τράπεζας Παναγιωτόπουλου». Οι καταχρήσεις από το 1928 έως το 1931 ήταν μεγάλες και έφταναν τα 52 εκατομμύρια δραχμές!

Όταν ανακαλύφθηκε η απάτη, ο Πειραιάς βρέθηκε σε μεγάλο αναβρασμό, τόσο ώστε σε δρόμους, καφενεία και άλλα δημόσια μέρη, όλοι μιλούσαν για το οικονομικό σκάνδαλο που δεν ήταν μόνο δημοτικό, αλλά όλης της βενιζελικής παράταξης. Ο Δήμαρχος κρατήθηκε αρχικά φυλασσόμενος από αστυνομικούς στην οικία του, με την αιτιολογία ότι είχε υποστεί νευρικό κλονισμό. Η σύλληψή του όμως δεν άργησε να ανακοινωθεί και επίσημα.


Η Οικία του Τάκη Παναγιωτόπουλου επί της Λεωφόρου Σωκράτους
(νυν Ηρώων Πολυτεχνείου)
εντός της οποίας παρέμενε αρχικά με την αιτιολογία ότι είχε υποστεί νευρικό κλονισμό.
Η σύζυγος του Τάκη Παναγιωτόπουλου, κόρη του Στρατηγού Κόρακα, σε φωτογράφιση με τον γιο της εντός της οικίας της επί της Λεωφόρου Σωκράτους. Η κυρία Παναγιωτοπούλου αποτέλεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα αντικείμενο εστίασης δημοσιογραφικής έρευνας καθώς την πολιορκούσαν διαρκώς για να μάθουν για τον πρώην Δήμαρχο.


Στις 14 Δεκεμβρίου του 1931 εξέπεσε του αξιώματός του. Τότε ανέλαβε χρέη προσωρινού Δημάρχου, ο μέχρι τότε Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Μιχάλης Ρινόπουλος, επίσης γνωστός βενιζελικός αφού ήταν και Πρόεδρος της Λέσχης των Φιλελευθέρων στον Πειραιά. Ο Ρινόπουλος Δημάρχευε μέχρι την προκήρυξη Δημοτικών Εκλογών που διενεργήθηκαν στις 28 Φεβρουαρίου του 1932


Ο Πρόεδρος της Λέσχης των Φιλελευθέρων Πειραιά
και προσωρινός Δήμαρχος Μιχάλης Ρινόπουλος 

Η κατεδάφιση της "Ακρόπολης του Βενιζελισμού"

Οι εκλογές αυτές οδήγησαν σε θριαμβευτική ανάδειξη του αντιβενιζελικού Γεωργίου Στρατήγη. Ο Πειραιάς η «Ακρόπολις του Βενιζελισμού» καταψήφισε τον Άγγελο Μεταξά τον υποψήφιο των Φιλελευθέρων. Ο Βενιζέλος υπέστη «μέσα στο σπίτι του» την μεγαλύτερη εκλογική του ήττα. Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της ήττας που υπέστη η Βενιζελική παράταξη, να αναφερθεί ότι οι Αντιβενιζελικοί υποψήφιοι στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις λάμβαναν στα κεντρικά εκλογικά τμήματα του Πειραιά μόλις 1.200 ψήφους, έναντι 26.800 ψήφων που λάμβαναν οι υποψήφιοι του Βενιζέλου! Αυτοί οι συσχετισμοί δυνάμεων μετά το σκάνδαλο των καταχρήσεων του Τάκη Παναγιωτόπουλου, άλλαξαν τελείως!



Ο Τάκης Παναγιωτόπουλος (έκτος από τα αριστερά) την εποχή που ήταν ακόμα Δήμαρχος Πειραιά, με κάποια μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου.


Οι Πειραιώτισσες που κλήθηκαν να ψηφίσουν νωρίτερα από τις περισσότερες Ελληνίδες

Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα παραμερίστηκε το γεγονός ότι οι γυναίκες στον Πειραιά ψήφιζαν νωρίτερα από τις υπόλοιπες Ελληνίδες!

Οι Πειραιώτισσες για πρώτη φορά έλαβαν το βάπτισμα του πυρός σε μία εκλογική αναμέτρηση, που μάλιστα αποτέλεσε σημείο αναφοράς στη σύγχρονη ιστορία του Πειραιά αφού κατέπεσε ο βενιζελισμός σε μια πόλη εξόχως βενιζελική.

Από το σύνολο των 59 εκλογικών τμημάτων, τα 15 είχαν χαρακτηριστεί για πρώτη φορά ως «Μικτά», όπου μπορούσαν να προσέλθουν και γυναίκες ψηφοφόροι να ψηφίσουν. Αυτά είχαν κατανεμηθεί τόσο στον κεντρικό Πειραιά όσο και στους γύρω συνοικισμούς του, ιδίως στους προσφυγικούς όπως ήταν η Νέα Κοκκινιά η κατοπινή δηλαδή Νίκαια.  Οι Πειραιώτισσες που ψήφισαν για πρώτη φορά, εκπροσωπώντας όλους τους αγώνες του γυναικείου κινήματος ισότητας, ήταν μόλις 250!

Ο μικρός αριθμός οφειλόταν στο γεγονός ότι τόσες μόνο γυναίκες είχαν υποβάλλει τα δικαιολογητικά που απαιτούνταν, για την έκδοση εκλογικού βιβλιαρίου, προ της 1ης Ιανουαρίου του έτους 1932 όπως ο νόμος όριζε. Άλλες 2.000 γυναίκες είχαν καταθέσει τα δικαιολογητικά τους, ωστόσο είχαν λάβει τα βιβλιάρια εκπρόθεσμα, κατά συνέπεια δεν συμπλήρωναν τις απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις.

Η παρουσία γυναικών για πρώτη φορά στις εκλογές είχε βέβαια και τα ευτράπελά της. Ένας άντρας ντύθηκε με γυναικεία ρούχα εμφανίστηκε ξαφνικά στην Πλατεία Κοραή μπροστά από το 12ο εκλογικό κέντρο, ανέβηκε πάνω σε ένα τραπέζι και άρχισε να εκφωνεί πολιτικό λόγο. Η μεταμφίεσή του όμως υπήρξε τόσο τέλεια καθώς έφερε ξανθά μαλλιά, πούδρα, κραγιόν στα χείλη και βαθύ ντεκολτέ, που εξαπάτησε τους άνδρες ψηφοφόρους που νόμιζαν ότι επρόκειτο για πραγματική γυναίκα. Τότε σεβαστός αριθμός «αναιδών» ανδρών, όπως γράφει ο τύπος της εποχής, σχημάτισε γρήγορα μια «πολιορκητική ζώνη», τόσο ασφυκτική ώστε ο «μασκαράς» αναγκάστηκε να διακηρύξει δημόσια την πραγματική ιδιότητά του.


Πειραιώτισσες μέλη του Συνδέσμου υπέρ των Δικαιωμάτων της Γυναίκας προσέρχονται να ψηφίσουν στα ειδικά οριζόμενα Μικτά Εκλογικά Τμήματα.


Γενικώς οι 250 αυτές Πειραιώτισσες που για πρώτη φορά άσκησαν το εκλογικό τους δικαίωμα, φάνηκαν διστακτικές στο να μεταβούν τις πρωινές ώρες να ψηφίσουν. Άφησαν να περάσουν κάποιες ώρες και εμφανίστηκαν μετά τις 11 η ώρα το πρωί. Είχαν κανονίσει εκ των προτέρων να μην πάνε μόνες τους αλλά να συνοδεύονται από μια ή περισσότερες άλλες κυρίες. Προσέρχονταν στα εκλογικά τμήματα δύο, τρεις ή περισσότερες μαζί, φανερά συγκινημένες. Για το ποια κυρία ψήφισε, για πρώτη φορά, είναι δύσκολο να λεχθεί. Είναι όμως γνωστά όλα τα ονόματα των γυναικών που προσήλθαν να ψηφίσουν πρώτες ανά εκλογικό τμήμα!

Κρίνοντας από τα παραπάνω στοιχεία, θα μπορούσε να υποτεθεί, ότι η πρώτη κυρία που ψήφισε για πρώτη φορά στον Πειραιά, ήταν η σύζυγος του Έλληνα Πρωθυπουργού, η Έλενα Βενιζέλου όπου προσήλθε μαζί με τον Ελευθέριο Βενιζέλο για να ψηφίσουν μαζί τις πρωινές ώρες. Σε εκείνες τις δημοτικές εκλογές στον Πειραιά, ψήφισε και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός ο Ελευθέριος Βενιζέλος διότι όπως είναι γνωστό, ο Βενιζέλος ήταν Δημότης Πειραιώς. Ο Βενιζέλος ψήφιζε πάντα στο 16ο Εκλογικό Κέντρο που βρισκόταν στη συμβολή των οδών Ηφαίστου και Ζωσιμαδών. (Σήμερα η οδός Ηφαίστου φέρει το όνομά του «Ελευθερίου Βενιζέλου»).


Ο Βενιζέλος με τη σύζυγό του Έλενα 


Ωστόσο πρόκειται όπως είπαμε περί υπόθεσης και όχι περί γεγονότος, καθώς στο 12ο εκλογικό τμήμα, που έδρευε εντός του Διδασκαλείου Πειραιώς στην Πλατεία Κοραή (πρόκειται για το σχολείο θηλέων της Ραλλείου) οι εφημερίδες κατέγραψαν ότι ψήφισαν σχετικά νωρίς, περίπου την ίδια ώρα με την Έλενα Βενιζέλου και οι κυρίες Νικολετοπούλου και Χαλκιοπούλου.

Μέσα στη ζάλη για το επερχόμενο αποτέλεσμα της μεγάλης ήττας του Βενιζέλου μέσα στην εκλογική του περιφέρεια, ελάχιστοι δημοσιογράφοι ασχολήθηκαν με την ιστορική στιγμή της ψηφοφορίας των γυναικών.

Η Πειραιώτισσα Θέλξη Πασχάλη γενική γραμματέας του Συνδέσμου υπέρ των Δικαιωμάτων της Γυναίκας (Τμήμα Πειραιώς) εξερχόμενη του κτηρίου του Διδασκαλείου όπου ψήφισε δήλωσε:

«Οι γυναίκες του Πειραιώς είναι ό,τι τώρα και οι άνδρες. Το χώνεψαν πια ότι μπορούμε να ψηφίσουμε… Θα ψηφίσουν όλα τα μέλη του συνδέσμου μας οι κ. Φεράλδη, Οικονόμου, Παπαδάτου, Σοφία Στάη, Νικολετοπούλου, Παπατέστα, Βρυώνη, Κεχαγιά, Πριμίδου, Μάντζαρη, Παπαλεξοπούλου, κ.α. Είναι πλέον γεγονός ότι οι απόρθητοι μέχρι τινός επάλξεις των φρουρίων των εκλογικών δικαιωμάτων, άρχισαν να καταλαμβάνονται από γυναίκες».


Μια κυρία κυρία με την κόρη της (δεύτερη από δεξιά) αναμένει στην ουρά του 12ου Εκλογικού Τμήματος για να ψηφίσει για πρώτη φορά


Οι Δημοτικές εκλογές του Πειραιά, προκαλούν αλλεπάλληλες Εθνικές εκλογές, ένα στρατιωτικό κίνημα και τελικώς πολιτική αστάθεια που επιφέρει το καθεστώς της 4ης Αυγούστου!

Οι Δημοτικές εκλογές του Πειραιά του 1932 εκτός του γεγονότος ότι ψήφισαν οι γυναίκες νωρίτερα από τις υπόλοιπες Ελληνίδες, σημάδεψαν τη μεταστροφή του εκλογικού σώματος υπέρ του υποψηφίου του Λαϊκού Κόμματος εκπροσωπούμενο από τον Γεώργιο Στρατήγη. Ο Βενιζελικός υποψήφιος Α. Μεταξάς καταψηφίσθηκε ακόμα και στα «Κρητικά», την καρδιά δηλαδή των Φιλελευθέρων. Στο 16ο Εκλογικό Κέντρο που παραδοσιακά πάντα ψήφιζε ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος με τη σύζυγό του Έλενα, επικράτησε ο αντίπαλος Στρατήγης έναντι του βενιζελικού Α. Μεταξά.

Η πτώση της «Ακρόπολις του Βενιζελισμού» στην Ελλάδα, του Πειραιά, ήταν τόσο μεγάλη ώστε το Λαϊκό κόμμα του Τσαλδάρη τύπωσε τα αποτελέσματα και τα τοιχοκόλλησε σε διάφορα κεντρικά σημεία των Αθηνών όπως στην Πλατεία Συντάγματος, στο ζαχαροπλαστείο του Ζαχαράτου και αλλού. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος λόγω των αποτελεσμάτων των Δημοτικών Εκλογών του Πειραιά, αναγκάστηκε να προκηρύξει εθνικές εκλογές το ίδιο έτος (25 Σεπτεμβρίου 1932) στις οποίες δεν συγκέντρωσε αυτοδύναμη πλειοψηφία.

Δύο πρωτοσέλιδα δημοσιεύματα της Εφημερίδας "Ακρόπολις" που δείχνουν ξεκάθαρα ότι η κατάχρηση του Δημοτικού Ταμείου από τον Δήμαρχο Πειραιώς Τάκη Παναγιωτόπουλο, οδήγησε σε ήττα των Βενιζελικών στις Δημοτικές εκλογές και προσφυγή στις Εθνικές.


Ο Πειραιεύς η Ακρόπολις του Βενιζελισμού έπεσε...


Ο Βενιζέλος μετά το αποτέλεσμα των Δημοτικών Εκλογών στον Πειραιά αποφασίζει να προχωρήσει σε Εθνικές Εκλογές. Η περιπέτεια αρχίζει....



Αναλυτικά αποτελέσματα κατά εκλογικό τμήμα των Δημοτικών Εκλογών
του Πειραιά του 1932 που οδήγησαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο
στην προκήρυξη Εθνικών Εκλογών


Προκηρύχθηκαν νέες εκλογές που έγιναν στις 5 Μαρτίου του 1933. Σε αυτές οι αντίπαλοι του Βενιζέλου συνενώθηκαν δημιουργώντας την «Ηνωμένη Αντιπολίτευση» (Τσαλδάρη, Κονδύλη). Πριν ακόμα σχηματιστεί κυβέρνηση από την «Ηνωμένη Αντιπολίτευση» εκδηλώθηκε το στρατιωτικό κίνημα του Νικόλαου Πλαστήρα το οποίο μπορεί να κατεστάλη, αλλά υπήρξε η ταφόπλακα του βενιζελισμού αφού κατέλυσε τις αρχές της Δημοκρατίας και του Συντάγματος. Η ειρωνεία ήταν ότι το στρατιωτικό αυτό κίνημα έγινε στο όνομα προστασίας του Συντάγματος και της αβασίλευτης Δημοκρατίας. Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα (αυτό ήταν στην ουσία το Κίνημα του Πλαστήρα) στο όνομα του Βενιζέλου, προκηρύχθηκαν νέες εκλογές από τις οποίες τα βενιζελικά κόμματα απείχαν.

Η εκλογή των Παναγή Τσαλδάρη και Γεωργίου Κονδύλη επέφερε διωγμούς των βενιζελικών και το δημοψήφισμα της 3ης Νοεμβρίου του 1935 μέσω του οποίου επανήλθε η Βασιλεία στην Ελλάδα. Αυτές οι διαρκείς εκλογικές μάχες μεταξύ του Κόμματος των Φιλελευθέρων και του Λαϊκού Κόμματος δημιούργησαν μια παρατεταμένη πολιτική αστάθεια στη χώρα, η οποία οδηγήθηκε τελικώς στην επιβολή της Δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά και του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου του 1936.

Αυτός ο ατέλειωτος συρμός δραματικών πολιτικών γεγονότων, δεν θα είχε συμβεί εάν ο Δήμαρχος Πειραιώς Τάκης Παναγιωτόπουλος δεν ήταν καταχραστής του ταμείου του Δήμου.


Ο Ελευθέριος Βενιζέλος με τον συνεργάτη του Τάκη Παναγιωτόπουλο
όταν ο δεύτερος ήταν ακόμα Δήμαρχος Πειραιώς


Οι δημοτικές εκλογές στον Πειραιά της 28ης Φεβρουαρίου του 1932, άλλαξαν δραματικά το πολιτικό τοπίο σε ολόκληρη τη χώρα. Προκάλεσαν την πτώση του Βενιζελισμού μέσα στο «Κάστρο» του, στην «Ακρόπολή» του, τον Πειραιά. Το αποτέλεσμα των δημοτικών εκλογών οδήγησαν τον Βενιζέλο σε ήττα και σε προκήρυξη εθνικών εκλογών από τις οποίες σκαλί-σκαλί η Ελλάδα έφτασε στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Ίσως ποτέ άλλοτε δημοτικές εκλογές μιας περιοχής δεν επέφεραν τόσες δραματικές αλλαγές στην ίδια τη χώρα.   


Ο Τάκης Παναγιωτόπουλος διαβάζει στην Τερψιθέα πανηγυρικό λόγο κατά τα εγκαίνια του Μνημείου Ηρώων Πειραιωτών το 1930. Το " Μνημείο Ηρώων" ήταν ένα πολύ γνωστό έργο του Τ. Παναγιωτόπουλου και αποτελούσε το κεντρικό σημείο διαφόρων εορταστικών εκδηλώσεων, μέχρι της καταργήσεώς του κατά τη διάρκεια της επταετίας του Σκυλίτση.
  
Διαβάστε επίσης:

Το Ηρώον της Τερψιθέας (έργο του Τάκη Παναγιωτόπουλου)





Το χρονικό της πειραϊκής καταστροφής της 12ης και 13ης Οκτωβρίου 1944



του Στέφανου Μίλεση

Οι Γερμανοί φεύγοντας από τον Πειραιά είχαν σχέδιο να ανατινάξουν όλο το λιμάνι και πολλές υποδομές της πόλης. Η 12η Οκτωβρίου έμελλε να είναι για τον Πειραιά ημέρα αγωνίας και τρόμου. Σε αντίθεση με την Αθήνα όπου οι Γερμανοί αποχώρησαν ήρεμα σχηματίζοντας μηχανοκίνητη πομπή,  στον Πειραιά κάτι τέτοιο δεν συνέβη. 

Ωστόσο με κάποιο τρόπο οι ελληνικές αρχές στον Πειραιά πληροφορήθηκαν το καταστροφικό σχέδιο των Γερμανών και ζήτησαν να τους δεχθεί ο στρατιωτικός διοικητής, ο Γερμανός Συνταγματάρχης Σακόφσκυ. Η 12η Οκτωβρίου ήταν ημέρα Πέμπτη. Στις 13.30’ η ελληνική αντιπροσωπεία έφτασε στα γραφεία του Γερμανού διοικητή στην οδό Καραΐσκου, ο οποίος όμως αρνήθηκε να τους δεχθεί. Η επιτροπή έκατσε έξω από το γραφείο του περιμένοντας καρτερικά να του μιλήσει. Πραγματικά μια ώρα αργότερα ο Σακόφσκυ τους διέθεσε λίγα μόνο λεπτά, στα οποία η επιτροπή ζήτησε να μην γίνουν οι ανατινάξεις στο λιμάνι του Πειραιά καθώς από αυτό εξαρτάτο ο εφοδιασμός του Πειραϊκού και του Αθηναϊκού λαού που ήδη λιμοκτονούσε. Μάλιστα του είπαν, ότι οι ανατινάξεις θα προκαλούσαν αντίδραση λαού, ο οποίος θα στρεφόταν κατά των Γερμανών, παρεμποδίζοντας την ομαλή και ήρεμη αποχώρησή τους όπως συνέβη στην Αθήνα. 

Ο Σακόφσκυ όμως απάντησε ξερά: «Είμαι στρατιώτης. Έλαβον διαταγάς τις οποίες και θα εκτελέσω. Και μάλιστα έχω λάβει και τα μέτρα μου». Κι αφού χαιρέτησε στρατιωτικά την επιτροπή έκανε νεύμα στους στρατιώτες του να βγάλουν έξω από το μέγαρο την ελληνική αντιπροσωπεία. 

Στις τρεις το απόγευμα οι Γερμανοί κατέλαβαν όλες τις οδούς προς το λιμάνι και άρχισαν να πυροβολούν όλους τους Πειραιώτες, που λανθασμένα πίστευαν ότι οι Γερμανοί θα αποχωρούσαν ήρεμα. Ο κόσμος τότε πανικόβλητος, τρέχοντας απομακρυνόταν από το εμπορικό λιμάνι. Αυτό άλλωστε ήταν και το σχέδιο των Γερμανών, να απομακρύνουν δηλαδή τον κόσμο από την παράλια ζώνη ώστε να μπορέσουν μόνοι και ανενόχλητοι να επιδοθούν στο καταστροφικό τους έργο. 

Ήταν 12 Οκτωβρίου, τέσσερις και δέκα το απόγευμα, όταν ξεκίνησαν οι πρώτες εκρήξεις της καταστροφής. Την πρώτη ανατίναξη, ακολούθησαν 147 άλλες σφοδρότατες και πολυάριθμες μικρότερες. 



Στις 12.45 η ώρα, δηλαδή τα πρώτα λεπτά της επομένης ημέρας Παρασκευής 13ης Οκτωβρίου οι ανατινάξεις άρχισαν να μεταφέρονται και εκτός λιμένα. Σημειώθηκαν δεκαπέντε νέες εκρήξεις στις εγκαταστάσεις των ΣΕΚ και ΣΠΑΠ στη συνοικία Λεύκα και στον Ρέντη, ενώ στις  05.05’ το πρωί ανατινάχθηκαν οι εγκαταστάσεις της ΣΕΛ του Περάματος. Ακολούθησε η Μάχη της Ηλεκτρικής Εταιρείας που διήρκεσε τρεις ώρες με 9 Γερμανούς νεκρούς, 45 αιχμαλώτους και άλλους 18 τραυματίες. 

Μνημείο Πεσόντων για τη διάσωση της "Ηλεκτρικής"


Περιττό δε να αναφέρω ότι στις 200 περίπου ανατινάξεις που συνέβαιναν στον Πειραιά και στην ευρύτερη περιοχή του, η αγωνία και ο τρόμος που κατείχε όλο τον πληθυσμό ήταν πρωτόγνωρος. Η γη έτρεμε και δονείτο από τους φοβερούς κρότους, τα τζάμια έσπαζαν, τα σπίτια σείονταν, ενώ κάθε έκρηξη, ακολουθούσε μια τσιμεντοβροχή! Οι τεράστιοι ογκόλιθοι από τις προβλήτες σηκώνονταν στον αέρα σαν να μην είχαν βάρος και έπεφταν όμοια με βροχή σε όλο τον Πειραιά. 



Μέσα σε αυτή την κόλαση των ανατινάξεων πολλοί κάτοικοι της Αγίας Σοφίας και των Ταμπουρίων εγκατέλειπαν τα σπίτια τους και τρέπονταν σε φυγή για να σωθούν. Δυστυχώς όμως τους περίμεναν οι Γερμανοί που τους πολυβολούσαν από τον Λόφο του Βώκου, ενώ έβαλαν εναντίον τους και με όλμους. Εννιά άμαχοι, αθώοι Πειραιώτες σκοτώθηκαν στις 12 και στις 13 Οκτωβρίου χωρίς να προβάλουν αντίσταση, παρά μόνο διότι έτρεχαν στο δρόμο! 

Νεκροί έπεφταν οι πολίτες 
Θ. Τόπακας, 
Ζ. Τόκας, 
Χ. Μαλαματινάκης η σύζυγός του Αργυρώ και το μικρό παιδί τους Κωνσταντίνος. 
Επίσης οι Εξαργυρόπουλος, 
Κ. Ζυμβρακάκης, 
Κ. Μαλακός και 
Ι. Θωμάς. 

Μέχρι το μεσημέρι της 13ης Οκτωβρίου του 1944 οι Γερμανοί στον Πειραιά είχαν πετύχει να καταστρέψουν όλο το λιμενοβραχίονα τον ευρισκόμενο μπροστά από το κέντρο του Παρλαμά, στη Ναυτική Διοίκηση Αιγαίου. Ο Πλοηγικός Σταθμός και ο Σταθμός αγκυροβολίας ανατινάχθηκαν. Το ίδιο και η Φαρική βάση. Η Σχολή Ναυτικών Δοκίμων καθώς οι Γερμανοί δεν προλάβαιναν να τοποθετήσουν δυναμίτιδα στα θεμέλιά της, κατεστράφη από χειροβομβίδες που οι Γερμανοί πετούσαν στις αίθουσες διδασκαλίας της. Για τη διάσωση των υπολοίπων εγκαταστάσεων διεξήχθη μάχη με άνδρες του ΕΛΑΣ όπου έπεσε νεκρός ο φοιτητής ακόμα Γεώργιος Βρετάκος. 



Η Προβλήτα Βασιλέως Κωνσταντίνου, δηλαδή η γνωστή προβλήτα της Τρούμπας, κατεστράφη ενώ ανατινάχθηκε το οίκημα που χρησιμοποιείτο ως αίθουσα αποσκευών. Πυρπολήθηκε το συγκρότημα Τελωνείων του Αγίου Νικολάου. Όλα τα κρηπιδώματα μπροστά από τον ηλεκτρικό σταθμό ανατινάχθηκαν. Όλες οι αποθήκες του λιμανιού καταστράφηκαν ολοσχερώς όπως και οι γερανοί εκτός από δύο μόνο στους οποίους κατά τύχη ο πυροκροτητής τους δεν λειτούργησε. 

Έκρηξη ποντισμένης νάρκης στο λιμάνι του Πειραιά 


Ανατινάχθηκε ο λιμενοβραχίονας Βασιλειάδη και η γερανογέφυρα γαιανθράκων επίσης. Ανατινάχθηκαν οι μόνιμες δεξαμενές και τα ναυπηγεία Βασιλειάδου. Καταστράφηκαν τα μηχανοστάσια των ΣΕΠ και των ΣΠΑΠ, πυρπολήθηκαν όλες οι ατμάμαξες και τα βαγόνια. Στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λεύκας, τα μόνα βαγόνια που έμειναν άθικτα, ήταν οι λεγόμενες «κλούβες». 

Η «κλούβα» ήταν ένα ανοιχτό σιδηροδρομικό βαγόνι που μετατρεπόταν σε μεγάλο κλουβί σαν εκείνα τα σιδερένια κλουβιά που έχουν στους ζωολογικούς κήπους για τα θηρία. Στην «κλούβα» αυτή έβαζαν οι Γερμανοί κρατούμενους και την τοποθετούσαν μπροστά από τη σιδηροδρομική μηχανή, ώστε σε περίπτωση δολιοφθοράς, να σκοτώνονταν πρώτοι οι Έλληνες κρατούμενοι που επέβαιναν σε αυτή. 

Τα κτήρια και οι εγκατάστασης της Κοπής και της Γενικής Αποθήκης Υλικού του Στρατού ανατινάχθηκαν. Από τις ανατινάξεις κατέρρευσαν 27 σπίτια Πειραιωτών προκαλώντας 3 θανάτους ενοίκων.  Μια εκτέλεση εν μέσω των ανατινάξεων έλαβε χώρα από τους Γερμανούς μπροστά από τον Ι.Ν. του  Άγιου Σπυρίδωνα. Ο άγνωστος αυτός ήρωας, που το όνομά του δεν έγινε ποτέ γνωστό, έκοψε την τελευταία στιγμή τα καλώδια που θα προκαλούσαν την ανατίναξη των κρηπιδωμάτων από το Λιμεναρχείο που τότε έδρευε στο Μέγαρο Βάττη, μέχρι την Ακτή Τζελέπη. 



Οι Γερμανοί επίσης φρόντισαν να καταστρέψουν και τα πλοία του λιμανιού. Μπροστά από τα Τελωνεία Πειραιώς βύθισαν δύο ιστιοφόρα, άλλο μπροστά από το Κοντινεντάλ, ένα ρυμουλκό στου Τζελέπη και ένα τσιμεντόπλοιο στην Τρούμπα. Στην Ακτή Ξαβερίου βύθισαν το φορτηγό πλοίο «Αγαλλιανή» 1.656 τόνων. Φρόντισαν εν τω μεταξύ να καταστρέψουν και τα μέσα εκβάθυνσης του λιμανιού ώστε η αποκατάσταση να είναι αδύνατη καταστρέφοντας τις βυθοκόρους «Αιγαίον» και «Ιόνιον» και τα πλωτά μέσα «Ποσειδών» και «Τιτάν».  Μπροστά από την αποθήκη του Καμπά στου Ξαβέρη, βύθισαν το ρυμουλκό «Ζωοδόχος Πηγή». Στη συνέχεια έκαναν μια σειρά από καταβυθίσεις που σκοπό είχαν να φράξουν την είσοδο του λιμανιού και να καταστήσουν το λιμάνι άχρηστο. Οδήγησαν και καταβύθισαν στην μια άκρη της εισόδου του λιμανιού το ιταλικό ατμόπλοιο «Καρόλα» 1.860 τόνων. Δίπλα σε αυτό καταβύθισαν μια πλωτή δεξαμενή 2.000 τόνων, μια ακόμα μικρότερη και ακόμα παραπέρα ένα ιταλικό αντιτορπιλικό. Επίσης καταβύθισαν το βουλγαρικό ατμόπλοιο «Βουλγαρία» 1.108 τόνων, δύο σιδερένια σκάφη και ένα κότερο. Έτσι με τα επτά αυτά ναυάγια διαφόρων τύπων, κατάφεραν να φράξουν παντελώς την είσοδο του λιμανιού. Οι Γερμανοί πάνω στην καταστροφική τους έχασαν τέσσερις στρατιώτες, οι οποίοι δεν πρόλαβαν να φύγουν και ανατινάχθηκαν την ώρα της έκρηξης της πλωτής δεξαμενής. 


Αλλά και στους υπόλοιπους πειραϊκούς λιμένες έκαναν τα ίδια. Στην είσοδο του όρμου του Κερατσινίου ανατινάχθηκε σκάφος 3.000 τόνων πρώην πολεμικό πλοίο του γιουγκοσλαβικού στόλου. Στην είσοδο του λιμανιού της Δραπετσώνας βυθίστηκε το Δανέζικο μότορσιπ «Νορντ Πολ» 4.480 τόνων, ενώ στον δίαυλο μεταξύ Σαλαμίνος και Ψυτάλλειας βυθίστηκε το νορβηγικό δεξαμενόπλοιο «Τζον Κνουδσεν» 9.071 τόνων. 

Όταν στην Αθήνα απολάμβαναν ήδη την ελευθερία ο Πειραιάς ζούσε τον τρόμο της καταστροφής. Οι Γερμανοί σε οτιδήποτε επιδίδονταν τότε, το έπρατταν με σύστημα και με επιστημονικό τρόπο, έστω κι αν επρόκειτο για το χειρότερο κακούργημα. Η τελευταία πολεμική γερμανική σημαία που είχε ανυψωθεί από τον Γερμανό Φρούραρχο του Πειραιά Φον Μάνχαου και κυμάτιζε σε όλη τη διάρκεια των καταστρεπτικών ανατινάξεων της 12ης και της 13ης Οκτωβρίου του 1944, υπεστάλη από έναν αστυνομικό το μεσημέρι της 13ης Οκτωβρίου, ο οποίος την παρέδωσε στον Φρούραρχο Πειραιώς Συνταγματάρχη Καρπενησιώτη. Λέγεται ότι αυτός την παρέδωσε προς φύλαξη στο Εθνολογικό Μουσείο της Αθήνας. 

Η πρώτη ημέρα που ο Πειραιάς θα ανέπνεε ελεύθερος ήταν η 14η Οκτωβρίου 1944. Στις 16 Οκτωβρίου στις δύο το μεσημέρι κατέφθασε στον Πειραιά και το θρυλικό θωρηκτό «Αβέρωφ» με άλλα σκάφη του πολεμικού μας ναυτικού και του αγγλικού στόλου. Οι Πειραιώτες έσπευσαν στην Φρεαττύδα και στην Πειραϊκή για να δουν τον «Αβέρωφ» να σχίζει και πάλι τα ελληνικά νερά. Πίσω του ακολουθούσαν τα αγγλικά καταδρομικά «Αρόρα», «Ωρίων», «Μπλακ Πρίνς», «Έσσεξ», που ερχόμενα βομβάρδισαν τα επάκτια πυροβολεία των Φλεβών και της Αιγίνης, που οι Γερμανοί δεν είχαν εγκαταλείψει, πιστεύοντας ότι αιφνιδιάζοντας, έστω και την έσχατη στιγμή, θα μπορούσαν να προκαλέσουν απώλεια σε μονάδα των συμμάχων. Εκατοντάδες βάρκες, τράτες, καΐκια και κάθε άλλο διαθέσιμο μέσο, όλα κατάφορτα από λαό βγήκαν ανοικτά στην Φρεαττύδα να δουν από κοντά τον «Μπάρμπα Γιώργη» που αγκυροβόλησε ανοικτά της Φρεαττύδας, δίπλα από την αγγλική ναυαρχίδα. Ο ενθουσιασμός στην εμφάνιση το πλοίου θρύλου, ήταν πραγματικά πρωτόγνωρος. Οι βάρκες οι κατάμεστες από κόσμο που κατάφερναν να προσεγγίσουν το θρυλικό θωρηκτό πλεύριζαν στην κυριολεξία δίπλα του και οι επιβάτες τους αγκάλιαζαν και φιλούσαν το χαλύβδινο θώρακα του σκάφους. Η πολυπόθητη ελευθερία επιτέλους είχε φτάσει και στο μεγάλο λιμάνι.