"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Η ναυτική τραγωδία του 1937 που έγινε τραγούδι

 
Το «Ύδρα» ή αλλιώς το «Υδράκι» -όπως άρεσε στους επιβάτες του να το αποκαλούν- ήταν χωρητικότητας 250 τόνων και ανήκε στον εφοπλιστή Πετσάλη

του Στέφανου Μίλεση

Ο Πειραιάς ως μεγάλο λιμάνι της Μεσογείου, πολλές φορές στο παρελθόν έχει βρεθεί στο επίκεντρο μεγάλων ναυτικών τραγωδιών ή  μικρότερων ατυχημάτων που απασχόλησαν για ικανό χρονικό διάστημα τόσο τη κοινή γνώμη όσο και την κοινωνία, άλλοτε σε πανελλήνιο κι άλλοτε σε τοπικό επίπεδο, εξαρτώμενο κάθε φορά από τον αριθμό των θυμάτων και το μέγεθος του θαλασσίου δράματος που εξελίχθηκε.

Νύχτες ή μέρες αφάνταστης αγωνίας έχουν διαδραματισθεί τόσο εντός των τριών λιμανιών του όσο και κατά μήκος του Πειραϊκού αιγιαλού.  
Και δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, οι μεγαλύτερες ναυτικές τραγωδίες να έχουν συμβεί όταν όλα φαίνονταν ήσυχα και γαλήνια, χωρίς να επικρατούν άσχημες καιρικές συνθήκες ή θαλασσοταραχή.

Σε ένα τέτοιο γεγονός θα αναφερθούμε που συνέβη ημέρα Κυριακή 1 Αυγούστου του 1937, και μάλιστα σε ώρα που ο ήλιος σβήνει στον ορίζοντα, παραχωρώντας τη θέση του στο λυτρωτικό σκοτάδι. Σε ώρα που η θαλασσινή αύρα αρχίζει να ενεργεί δροσίζοντας τους κατοίκους της παράλιας πόλης που με προσμονή την αναμένουν για να δροσιστούν.

Γύρω στις οκτώ και τέταρτο το απόγευμα της Κυριακής ένα πετρελαιοκίνητο ιστιοφόρο τρεχαντήρι με το όνομα «Ανάστασις» ξεκινούσε από το λιμάνι της Σουβάλας στην Αίγινα κατάφορτο με 45 εκδρομείς με προορισμό τον Πειραιά. Ανάμεσα σε αυτούς και 15 τουλάχιστον παιδιά. Και λέμε τουλάχιστον, καθώς κατά τη συνήθεια της εποχής, τα παιδιά δεν εξέδιδαν εισιτήριο με αποτέλεσμα να παραμένει ακαθόριστος ο αριθμός τους. 

Το τρεχαντήρι "Ανάστασις" επιβιβάζει από το γραφικό λιμανάκι της Σουβάλας του εκδρομείς με προορισμό τον Πειραιά.


Το ταξίδι από την Αίγινα μέχρι και το λιμάνι του Πειραιά, έγινε με τις καλύτερες δυνατόν συνθήκες για το τρεχαντήρι, αφού οι ελάχιστοι κυματισμοί της θάλασσας ελάχιστα ενοχλούσαν τόσο τους θαλασσινούς ταξιδιώτες όσο και τον καπετάνιο του τρεχαντηριού τον γνωστό στην εποχή του Καπετάν-Λεούση. Περισσότερο θα λέγαμε ότι αυτά τα ανεπαίσθητα κυματάκια, είχαν συντελέσει στη δημιουργία κεφιού καθώς κουνούσαν ρυθμικά το τρεχαντήρι λαμβάνοντας κι αυτά μέρος με τον τρόπο τους, στο γενικό κέφι που επικρατούσε, αφού όλοι μαζί οι επιβάτες του «Ανάστασις» είχαν ξεκινήσει το τραγούδι για να κάνουν τις δύο ώρες που διαρκούσε το ταξίδι να περάσουν ευχάριστα. Πλησιάζοντας στην είσοδο του κεντρικού λιμανιού του Πειραιά και ενώ στο μεταξύ το σκοτάδι είχε καλύψει σαν μαύρο πέπλο τον ορίζοντα, όλοι μάζευαν τα πράγματά τους γεμάτοι από αδημονία για την αποβίβαση και τη μετάβαση στα σπίτια τους, όπως συνήθως συμβαίνει με όσους ταξιδεύουν.

Την ίδια ώρα που το τρεχαντήρι «Ανάστασις» πλημμυρισμένο από τις φωνές και τα τραγούδια των επιβατών του πλησίαζε το λιμάνι, ένα άλλο ατμόπλοιο το «Ύδρα» σήκωνε τις κλίμακές του και αναχωρούσε προς εκτέλεση του δρομολογίου του, έχοντας προορισμό το Λεωνίδιο με ενδιάμεσες στάσεις την Αίγινα και τις Σπέτσες. 

Το «Ύδρα» ή αλλιώς το «Υδράκι» -όπως άρεσε στους επιβάτες του να το αποκαλούν- ήταν χωρητικότητας 250 τόνων ανήκε στον εφοπλιστή Πετσάλη και στη γέφυρα Κυβερνήτης του ήταν ο Μόσχος Διαμαντόπουλος.  Παρά το γεγονός ότι η αναχώρηση έγινε στην προγραμματισμένη του ώρα, στις δέκα το βράδυ, χωρίς να υπάρξει καθυστέρηση στην επιβίβαση όπως συνήθως γινόταν, ο πλοίαρχος Διαμαντόπουλος διακατεχόταν από μια αδημονία αναχώρησης που επίσης είχε μεταδώσει στο επταμελές πλήρωμά του όπως και ένα αίσθημα ότι το συγκεκριμένο δρομολόγιο θα εκτελείτο με καθυστέρηση. Ίσως και αυτός να ήταν ο λόγος που η πορεία του «Ύδρα» δεν ήταν αυτή που συνήθως ακολουθούσαν τα εξερχόμενα από το λιμάνι πλοία.

Συνήθως τα αποπλέοντα από το λιμάνι του Πειραιά σκάφη, πλησίαζαν προς τη δεξιά πλευρά του προλιμένα αφήνοντας χώρο στην αριστερή για τα εισπλέοντα. Ωστόσο τη βραδιά εκείνη το «Ύδρα» δεν ακολούθησε αυτό το γενικό κανόνα, αλλά εξήλθε διανοιγόμενο από την αριστερή πλευρά. Όμως και αυτή η μικρή παρατυπία, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε σύγκρουση σκαφών αφού ορατότητα υπήρχε, τουλάχιστον τόση, ώστε να επιτρέπει στους κυβερνήτες των σκαφών, τον οποιοδήποτε απαραίτητο ελιγμό για αποφυγή σύγκρουσης.

Η ώρα ήταν δέκα και μισή όταν οι επιβάτες του τρεχαντηριού σταμάτησαν απότομα το τραγούδι, τα γέλια διακόπηκαν όταν όλοι είδαν να διαγράφεται μπροστά τους μέσα στο σκοτάδι η σιλουέτα του ατμόπλοιου, το οποίο άνοιγε ταχύτητα εξερχόμενο του λιμανιού και τραβούσε ίσα κατά πάνω τους! Συνέβαινε δηλαδή αυτό, που οι θαλασσινοί στη γλώσσα τους περιγράφουν ως «Κοράκι με κοράκι» δηλαδή πλώρη με πλώρη. 

Ο γιος του Λεούση που ήταν ο καπετάνιος του τρεχαντηριού, έτρεξε στην πλώρη του και κρατώντας ένα ναυτικό φανό στο χέρι άρχισε να το κινεί γρήγορα ελπίζοντας ότι η γέφυρα του «Ύδρα» θα ανταποκριθεί και θα στρέψει το ατμόπλοιο προς τα δεξιά. Το τρεχαντήρι δεν μπορούσε να κινήσει δεξιότερα καθώς βρισκόταν κοντά στην πειραϊκή ακτή και θα συντριβόταν πάνω στα βράχια της. Δυστυχώς τα σήματα αυτά της απογνώσεως ελάχιστα μετέβαλαν το πεπρωμένο των δύο σκαφών αφού «Ύδρα» και «Ανάστασις» βρέθηκαν σε διασταυρούμενες ρότες, μύτη με μύτη, κοράκι με κοράκι. 

Κι αφού ο έμπειρος Καπετάν-Λεούσης είδε ότι το έναντι αυτού ατμόπλοιο δεν μετέβαλλε την πορεία του, σε μια κίνηση περισσότερο απόγνωσης και λιγότερο ως γέννημα λογικής σκέψης, έστρεψε το «Ανάστασις» «όλο αριστερά» αλλά ήταν πλέον αργά. Η πλώρη της «Ύδρας» με την ταχύτητα που στο μεταξύ είχε αναπτύξει βγαίνοντας από τον προλιμένα στην ανοιχτή θάλασσα, εμβόλισε στην κυριολεξία το ξύλινο τρεχαντήρι, καθώς σφηνώθηκε στην δεξιά μάσκα της πλώρης του. Ένας τρομερός ήχος συνόδευσε την πρόσκρουση κατά τη διάρκεια της οποίας το τρεχαντήρι ανυψώθηκε σαν από ένα αόρατο χέρι στον αέρα και έδωσε την εντύπωση ανατίναξης όπως συμβαίνει με τα πλοία που προσκρούουν σε νάρκη.

Πολλοί από τους επιβάτες του τρεχαντηριού από τη βιαιότητα της πρόσκρουσης έπεσαν στη θάλασσα. Άλλοι βρέθηκαν παρασυρμένοι κάτω από το βαρύ μεταλλικό σκαρί του ατμόπλοιου. Ωστόσο αυτό το θανάσιμο αγκάλιασμα των δύο σκαφών ήταν που κρατούσε το άσχημα χτυπημένο «Ανάστασις» στην επιφάνεια. Εάν ο χρόνος και οι ανθρώπινες ενέργειες σταματούσαν σε εκείνο το σημείο θα αποφεύγονταν οι ανθρώπινες θυσίες. Όμως ενστικτωδώς ο Κυβερνήτης του «Ύδρα» διέταξε «πίσω ολοταχώς» που προκάλεσε τη βίαια αποκόλληση του τρεχαντηριού και την άμεση καταπόντισή του. Τα απόνερα που δημιούργησε η ταχεία υπαναχώρηση του «Ύδρα» έστειλαν το λαβωμένο τρεχαντήρι στα βάθη της θάλασσας. Έγειρε με την πλώρη προς τα κάτω και με ένα δαιμονιώδη θόρυβο καταποντίστηκε στο υγρό στοιχείο.

Διασωθέντες από το τρεχαντήρι "Ανάστασις"


Ο γενναίος Παρλαμάς δείχνει το χαρακτήρα του: 

Από τους πρώτους που έσπευσαν να παράσχουν βοήθεια ήταν ο ιδιοκτήτης του γνωστού κέντρου κοντά στο βασιλικό περίπτερο, ο Μανώλης Παρλαμάς! Ο γενναίος αυτός άνδρας ακούγοντας τη βουή της σύγκρουσης αμέσως έσπευσε στο σημείο με τη βενζινάκατό του και επιδόθηκε στο έργο της διάσωσης των ναυαγών. 

Ο Μανώλης Παρλαμάς γνωστός στους Πειραιώτες από το διάσημο κέντρο του, έμελλε λίγα χρόνια αργότερα να γράψει σελίδες ηρωισμού και δόξας συμμετέχοντας ενεργά την εθνική αντίσταση. Το κέντρο του αποτέλεσε σημείο συνάντησης πληρωμάτων γερμανικών εμπορικών και πολεμικών πλοίων, από τα οποία ο γενναίος αυτός άνδρας θα αποσπούσε πολύτιμες πληροφορίες τις οποίες μέσω ασυρμάτου στη συνέχεια θα μετέδιδε στους Άγγλους συμμάχους. Πληροφορίες οι οποίες θα προκαλούσαν την καταβύθιση πλοίων του Άξονα, συμπαρασύροντας στο βυθό έμψυχο υλικό του εχθρού αλλά και εφόδια προορισμένα να ενισχύσουν τα Άφρικα Κόρπς του Ρόμελ στη Βόρεια Αφρική. 

Ο γενναίος Μανώλης Παρλαμάς


Τη γενναιότητα αυτή ο Μανώλης ο Παρλαμάς την πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή, αφού οι Γερμανοί το εξετέλεσαν για τη δράση του. Ο Μανώλης ο Παρλαμάς με τη στάση του τόσο κατά τη διάρκεια της ειρήνης σώζοντας πλήθος ναυαγών του τρεχαντηριού «Ανάστασις» αλλά και κατά τη διάρκεια του πολέμου με τις αντιστασιακές του πράξεις κατέδειξε σε όλους ότι το ήθος και η γενναιότητα ενός μόνο άνδρα στέκεται ικανή να σώσει την ειρήνη και να αλλάξει την τροπή των πραγμάτων στον πόλεμο.  

Είναι άδικο πραγματικά σήμερα αυτό το λαμπρό όνομα του Μανώλη του Παρλαμά να έχει χαθεί από τις μνήμες των Πειραιωτών και να έχουν διασωθεί ως τοπωνύμια της Πειραϊκής όλα τα υπόλοιπα κέντρα εστίασης όπως του Αργύρη, του Καλαμπάκα ή του Μπαϊκούτση. Πιστεύω ότι ένα μέρος της Πειραϊκής εκεί προς την περιοχή του Καλαμπάκα θα μπορούσε να θυμίζει ως μικροτοπωνύμιο τον σπουδαίο αυτό άνδρα.



Για να επιστρέψουμε όμως στα συμβάντα του τραγικού ναυαγίου, πρώτος ο Παρλαμάς πριν ακόμα σπεύσει οποιαδήποτε άλλη βοήθεια, προέβη στη διάσωση πολλών ναυαγών αποσπώντας αργότερα τα θερμά συγχαρητήρια του τότε υφυπουργού των Ναυτικών Ρεδιάδη (γνωστού Πειραιώτη και Προέδρου του Πειραϊκού Συνδέσμου). Με το μικρό του σκάφος τη γνωστή στην περιοχή «Χαρίτσα» κατόρθωσε να συλλέξει 16 ναυαγούς από τους οποίους οι 9 ήταν ζωντανοί καθώς οι υπόλοιποι που ανασύρθηκαν, είχαν ήδη πνιγεί.  

Στο μεταξύ το «Ύδρα» είχε ρίξει στη θάλασσα, δύο βάρκες για να συνδράμουν το έργο της διάσωσης. Όμως οι λέμβοι αυτοί βυθίστηκαν αμέσως διότι από τον ήλιο και την προφανή εγκατάλειψη οι σκαρμοί τους είχαν ανοιχθεί. Έτσι το μοναδικό μέσο που συνέδραμε τον Παρλαμά ήταν η πλοηγική λέμβος «υπ΄ αριθμ. 2» από τον ευρισκόμενο κοντά στου Παρλαμά, πλοηγικό σταθμό.

Άλλη μια αιτία που συνετέλεσε στην αύξηση των θυμάτων ήταν δυστυχώς και η άγνοια της κολύμβησης. Την εποχή εκείνη ο κόσμος δεν γνώριζε κολύμβηση στο βαθμό που γνωρίζουμε σήμερα –ακόμα κι όταν επρόκειτο για νησιώτες- με αποτέλεσμα άνθρωποι να χάνονται αναίτια  σε ήρεμα νερά.

Από τις προσπάθειες διάσωσης


Η αυλαία στη ναυτική τραγωδία που έμεινε γνωστή περισσότερο από το όνομα του τρεχαντηριού που βυθίστηκε του «Ανάστασις», έπεσε καταγράφοντας δραματικές στιγμές να συμβαίνουν, όχι στην ανοιχτή θάλασσα, μεσοπέλαγα, αλλά δίπλα στην Πειραϊκή, λίγα μέτρα μακριά από το κέντρο του Παρλαμά στο βασιλικό περίπτερο. Όχι μια μέρα άγριας θαλασσοταραχής, αλλά μια μέρα απόλυτης ηρεμίας. Όχι μια μέρα χειμωνιάτικη αλλά μια μέρα του Αυγούστου μέσα στο κατακαλόκαιρο.

Η είδηση του τραγικού δυστυχήματος έκανε γρήγορα τον γύρο του Πειραιά. Θλίψη, κατήφεια και αγωνία επικράτησε παντού. Πολύς κόσμος σηκώθηκε από τις ταβέρνες και τα κέντρα όπου είχε καθίσει και έτρεχε προς το κέντρο του Παρλαμά. Ο πειραϊκός λιμένας έζησε μια από τις δραματικότερες νύχτες του. Μέχρι την αυγή η προκυμαία ήταν γεμάτη από κόσμο που με αγωνία ανέμενε να μάθει για το αν οι δικοί του άνθρωποι που ταξίδευαν ήταν καλά. Αλλά και οι επόμενες ημέρες κύλισαν στην αβεβαιότητα καθώς κανένας δεν γνώριζε επακριβώς τον αριθμό των εκδρομέων που επέβαιναν στο τρεχαντήρι. 

Αρκετές ημέρες αργότερα, στις 8 Αυγούστου αποφασίστηκε να γίνει η ανέλκυση του τρεχαντηριού το οποίο βρέθηκε από τον δύτη του Βασιλικού Ναυτικού Στυλιανό Ρόρη να βρίσκεται σε βάθος 60 περίπου μέτρων και σε απόσταση 700 περίπου μέτρων από το πράσινο φανό του λιμενοβραχίονα του προλιμένα. Στην ανέλκυση συμμετείχε και το ναυαγοσωστικό «Μαριγώ Μάτσα» και μια μπίγα του Πολεμικού Ναυστάθμου η οποία ρυμουλκήθηκε μέχρι το σημείο όπου είχε σημανθεί από δύο λέμβους και ένα βαρέλι. Ωστόσο από μόνο του το γεγονός της ανεύρεσης του τρεχαντηριού στον πυθμένα της θάλασσας αποτελούσε την κορύφωση του δράματος της ναυτικής αυτής τραγωδίας. Δύο σώματα βρέθηκαν κρατημένα από τα ξάρτια του βυθισμένου τρεχαντηριού ένα ανδρικό και ένα γυναικείο, ανεβάζοντας τον αριθμό των θυμάτων στους 24 μέχρι την ημέρα εκείνη.

8 Αυγούστου 1937 - Ανέλκυση του "Ανάστασις"

Πλήθη κόσμου συρρέουν στο κοιμητήριο "Ανάσταση" για αναγνώριση των πνιγμένων. Από το τρεχαντήρι "Ανάστασις" έως το κοιμητήριο της "Ανάστασης" η απόσταση τελικώς ήταν μικρή.
Το "Ανάστασις" μετά την ανέλκυσή του στις 8 Αυγούστου 1937


Στην επιφάνεια της θάλασσας το σεσημασμένο σημείο του ναυαγίου αποτελούσε για καιρό ένα σημείο που έπεφταν πάνω του μάτια και σκέψεις. Πλοία ξένα ή ελληνικά διέρχονταν από κοντά με την ελάχιστη ταχύτητα, έναν πραγματικό αργό πλου, που θυμίζει κάτι από κηδεία. Οι επιβάτες των πλοίων αυτών προσπαθούν με σφιγμένη την καρδιά να διακρίνουν κάτι από το βάθος του νερού. Αλλά και η κίνηση σε όλη την πειραϊκή ακτή είχε κόψει ή γινόταν σιωπηρώς. Θα νόμιζε κανείς ότι οι κάτοικοι της Πειραϊκής έκαναν ησυχία για να αφουγκραστούν τις φωνές των ναυαγών που παλεύουν με τα νερά, τη φωνή κάποιας μητέρας για το παιδί της ή το κλάμα ενός παιδιού για τους χαμένους του γονείς. 

Η Πειραϊκή για αρκετό καιρό μετά την τραγωδία θεωρείτο "καταραμένος τόπος" καθώς εκεί εκβράζονταν διαρκώς τα πτώματα του ναυαγίου, ο συνολικός αριθμός των οποίων έφτασε στα 28!

Πειραϊκή Εφημερίδα "Νέοι Καιροί" φ. 25ης Αυγούστου 1937


Το τραγούδι "Οι αδικοπνιγμένοι":

Η καταβύθιση του «Ανάστασις» με τον τρόπο που έγινε, έμεινε χαραγμένη ως ανάμνηση για αρκετό καιρό και έπρεπε να μεσολαβήσουν τα τραγικά γεγονότα του πολέμου και της κατοχής όπου οι εκατόμβες των αμάχων από την πείνα και τους βομβαρδισμούς της πόλης, πέρασαν το ναυάγιο του «Ανάστασις» σε δεύτερη μοίρα, αφού ο θάνατος στα χρόνια που ακολούθησαν έγινε ο μόνιμος σύντροφος της πόλης.

Ωστόσο μέχρι την έλευση του τρομερού πολέμου, η καταβύθιση του «Ανάστασις» έφτασε να γίνει τραγούδι με τίτλο «Οι αδικοπνιγμένοι» από τον Κώστα Ρούκουνα. Όπως κατέγραψε στο ιστολόγιό του ο συνεργάτης και φίλος Βασίλης Κουτουζής, το τραγούδι έγινε δίσκος από την ODEON που γρήγορα όμως αποσύρθηκε από το καθεστώς του Μεταξά. 

«Δυο καπετάνιοι κάνανε μεγάλη απροσεξία
Και τόσος κόσμος πνίγηκε χωρίς καμιά αιτία

Κοσμάκη δώστε προσοχή ν’ ακούστε τα χαμπάρια
Απ΄ όξω από τον Πειραιά τράκαραν δύο καράβια

Το ένα η «Ανάστασις» το άλλο το «Υδράκι»
Απέναντι στου Παρλαμά σκορπίσαν το φαρμάκι

Σκεφτείτε τώρα βρε παιδιά με κλάματα να κράζουν
Γυναίκες, άντρες και παιδιά «σώστε μας» να φωνάζουν.

Ε, ρε τι άδικο κακό ήταν αυτό!

Έτσι τους ήτανε γραφτό να πνιγούνε
Κι όσοι τους περιμένανε στα μαύρα να ντυθούνε»
(στίχοι από την Έκδοση του Δήμου Πειραιά, Σπ. Παπαϊωάννου, «Ο Πειραιάς και το Ρεμπέτικο τραγούδι», Ημερολόγιο 2006).


Πειραϊκή εφημερίδα "Θάρρος" της 27ης Αυγούστου 1937, σελ. 4


Βασική αιτία απόσυρσης του τραγουδιού λέγεται ότι στάθηκε ειδικά ο στίχος "Απέναντι στου Παρλαμά σκορπίσαν το φαρμάκι" καθώς σε αυτόν περίτρανα καταγγέλλεται η ανικανότητα των αρχών του καθεστώτος του Μεταξά, το οποίο ως προμετωπίδα είχε προβάλλει την οργάνωση, την πειθαρχία και την άμεση ανταπόκριση των υπηρεσιών του. Ωστόσο μια καλοκαιρινή βραδιά του Αυγούστου με ήρεμη θάλασσα, μόλις μερικά μέτρα μακριά από ένα κοσμικό κέντρο διασκέδασης, 24 άτομα πνίγηκαν με μόνο διασώστη τον ιδιοκτήτη της παρακείμενης ταβέρνας. 
"Οι αδικοπνιγμένοι" δεν προσδιορίζουν δηλαδή την αναίτια σύγκρουση δύο σκαφών στη θάλασσα, αλλά το γεγονός ότι θα μπορούσαν να σωθούν εάν οι αρχές είχαν κινητοποιηθεί έγκαιρα έστω και στοιχειωδώς. 

Διαβάστε επίσης:





Το τραγικό ναυάγιο του "Πόπη" που έγινε παροιμιώδης έκφραση



του Στέφανου Μίλεση


Το έτος 1920, ένα μετασκευασμένο επιβατικό ατμόπλοιο 408 τ. περιέρχεται στην ιδιοκτησία της "Ηπειρωτικής Ατμοπλοΐας" του Ποταμιάνου και φέρει το όνομα "Πόπη".  
Το "Πόπη" ήταν ένα παλαιό σε ηλικία σκαρί, που όταν εντάχθηκε στην εταιρεία του Ποταμιάνου μετρούσε ήδη σαράντα χρόνια ζωή. Είχε ξεκινήσει ως ιδιωτική θαλαμηγός αναψυχής και αφού άλλαζε διαρκώς ιδιοκτήτες κατέληξε να μετασκευαστεί σε πλοίο ακτοπλοΐας.  

Το "Πόπη" στις 27 Νοεμβρίου του 1934 εξώκειλε στη νησίδα "Κασίδι" που απέχει τριακόσια περίπου μέτρα από τις βραχονησίδες "Φλέβες" και ένα μίλι μετά το ακρωτήριο "Μικρό Καβούρι" που δεν είναι άλλο από το ακρωτήριο που εκτείνεται μετά το Λαιμό της Βουλιαγμένης. 

Το πλοίο ήταν φορτωμένο τουλάχιστον επισήμως με 122 επιβάτες (τόσα ήταν τα εισιτήρια που είχαν εκδοθεί, ενώ αργότερα θα αποδειχθεί ότι οι επιβάτες έφταναν τους 140 καθώς πολλοί είχαν εκδώσει εισιτήριο μέσα στο πλοίο) αλλά και με εμπορεύματα -μεταξύ των οποίων και τυριά- και πλοίαρχο τον Γεώργιο Πιλάλη

Το πλοίο θα εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς, Σύρο, Πάρο, Νάουσα Πάρου, Νάξο, Φολέγανδρο, Σίκινο, Οία, Ίο, Θήρα, Ανάφη, Αμοργό, Αιγιάλη, Σχοινούσα, Ηρακλειά, Κουφονήσια, και επιστροφή μέσω Νάξου, Πάρου, Σύρου, για να καταπλεύσει κάποτε στον Πειραιά από όπου αναχώρησε!

Όταν το "Πόπη" προσέκρουσε, τόσο οι αξιωματικοί του πλοίου όσο και το πλήρωμα φρόντισαν να δώσουν προτεραιότητα στην εκφόρτωση των τυριών που το πλοίο μετέφερε πάνω στη βραχονησίδα, παρά στη διάσωση των επιβατών.


Οι τρεις αξιωματικοί γέφυρας του "Πόπη" πάνω στο ξερονήσι που έριξαν το καράβι, αναμένουν να τους πάρουν για τον Πειραιά. Πίσω τους στοιβαγμένα κεφάλια από τυριά που φρόντισαν οι άνδρες του πληρώματος να βγάλουν την ίδια στιγμή που οι επιβάτες πνίγονταν!


Μετά την προσάραξη άρχισε να λαμβάνει κλίση προς τα δεξιά ενώ οι επιβάτες του προσπαθούν να σωθούν μόνοι τους. Κανείς δεν βρέθηκε να τους οδηγήσει στο κατάστρωμα για να σωθούν. Αυτή η απουσία του πληρώματος την ώρα του κινδύνου επέτεινε την σύγχυση, ενώ μια φωνή μέσα στο σκοτάδι ακούστηκε: "Πνιγόμαστε, σωθείτε όπως μπορείτε". 

Παρότι το πλοίο ουδέποτε βυθίστηκε ολόκληρο, έντεκα επιβάτες πνίγηκαν από τον πανικό που επικράτησε. Τρεις χωροφύλακες που βρέθηκαν να συνοδεύουν κρατουμένους στην Ανάφη, άναψαν κλεφτοφάναρα με τα οποία ο κόσμος κατάφερε να δει και να εξέλθει. Αρκούσε μια οδηγία και μόνο για να εξέλθουν οι επιβάτες και να αποβιβαστούν στην κυριολεξία περπατώντας απλά στη διπλανή στεριά της βραχονησίδας του "Κασιδιού". 

Σημειωτέον ότι το ατμόπλοιο "Πόπη" δεν διέθετε συσκευή ασύρματου τηλέγραφου.  






Η προσάραξη του Α/Π "Πόπη" όπως παρουσιάζεται στο φύλλο της εφημερίδας "Σφαίρα" της 28ης Νοεμβρίου 1934

Η προσάραξη του πλοίου, μεταξύ άλλων προκάλεσε και την έντονη διαμαρτυρία του Συνδέσμου Ραδιοτηλεγραφητών οι οποίοι εξέδωσαν διαμαρτυρία "δια τα όσα συνέβησαν με το Α/Π "Πόπην" κύρια όμως για το γεγονός ότι τα ακτοπλοϊκά σκάφη μέχρι τότε δεν έφεραν ασύρματο τηλέγραφο.




Ο πανικός που επικράτησε κατά την εγκατάλειψη του πλοίου, καθώς η πρόσκρουση έγινε νύχτα, βοήθεια από το πλήρωμα δεν υπήρξε, τηλέγραφο το πλοίο δεν διέθετε, έμεινε βαθιά χαραγμένη για πάντα στη μνήμη του ναυτικού κόσμου και των νησιωτών ώστε η έκφραση "έγινε της "Πόπης"", έγινε ταυτόσημη με τον πανικό και την αταξία της νύχτας του ναυαγίου. 


Οι ναυαγοί του "Πόπη" φτάνοντας στον Πειραιά με σπαραγμό και οδύνη μεταφέρουν τις εικόνες χάους και πανικού που επικράτησαν κατά τη διάρκεια της πρόσκρουσης.
Και δεν έφτανε μόνο αυτό αλλά αφού το πλοίο ρυμουλκήθηκε στον Πειραιά και επισκευάστηκε με μερικές μόνο επιδιορθώσεις, δρομολογήθηκε στη γραμμή Πάτρα, Ζάκυνθο, Αργοστόλι, Ληξούρι.

Σύντομα όμως και σε αυτή την γραμμή το "Πόπη" προσάραξε θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο για δεύτερη φορά τους επιβάτες του. Έλεγαν ότι λόγω υψηλού κέντρου βάρους το πλοίο ήταν ευάλωτο στις απότομες κλίσεις. 

Δεν ήθελε και πολύ ώστε η έκφραση του ναυαγίου, να επανέλθει και πάλι, αφού ο ναυτικός κόσμος μιλούσε εκ νέου για της "Πόπης" τα κατορθώματα! 



Καθώς λοιπόν της "Πόπης" τα κατορθώματα.... λάμβαναν διαστάσεις ο κόσμος απέφευγε να ταξιδεύει με αυτό το πλοίο αφού ένιωθε ανασφαλής. Οι επιβάτες που είχαν γνωρίσει την εμπειρία ενός ταξιδιού με το "Πόπη", εξιστορούσαν τις εμπειρίες τους από το παραλίγο μοιραίο ταξίδι τους.

Τότε το πλοίο άλλαξε για να αποσυνδεθεί από το κακό ιστορικό του, μετονομάσθηκε σε "Ήπειρος". Με την ονομασία αυτή αποτέλεσε ένα από τα πλοία της εταιρείας "Ηπειρωτική", στην οποία επίσης την περίοδο του Μεσοπολέμου ανήκαν τα πλοία "Ελβίρα", "Κίμων", "Πέτρος", "Τάσος" και "Φωκίων".

Όμως οι επιβάτες για να το ξεχωρίζουν -λόγω του κακού του ιστορικού- συνέχιζαν να το αποκαλούν με το αρχικό του όνομα, "Πόπη", αφού αποτελούσε πλέον φόβητρο σε όποιον ταξίδευε με αυτό.