"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Ο πίνακας "Τερψιθέα" του Βασιλείου Χατζή




του Στέφανου Μίλεση

Μια από τις σπουδαιότερες απεικονίσεις ενός σημείου του Πειραιά του 1884 διασώθηκε χάρη στον πίνακα του Βασιλείου Χατζή με τον τίτλο "Τερψιθέα"

Ο Βασίλειος Χατζής αν και έχει καταταχθεί στους θαλασσογράφους, μας δίνει έναν θαυμάσιο πίνακα που απεικονίζει έναν Πειραιά, η ανάπτυξη του οποίου οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη προσήλωση των φιλοπρόοδων Δημάρχων του, των πρώτων ετών της δημιουργίας του. 

Ο Χατζής γεννήθηκε το 1875 στην Καστοριά αλλά από μικρή ηλικία βρέθηκε στην Πάτρα. Πέθανε νεότατος το 1915. Ήταν μαθητής του Νικηφόρου Λύτρα αλλά και του Κωνσταντίνου Βολανάκη και ταύτισε το όνομά του με τη ναυτική εποποιία των Βαλκανικών πολέμων. 

Ο πίνακας ανήκε στη συλλογή του Ευριπίδη Κουτλίδη και μια φωτογραφική απεικόνιση από το πρωτότυπο πέτυχε ο Π. Ευαγγελάτος για λογαριασμό του Σπύρου Μαρκεζίνη που την εποχή εκείνη συνέγραφε το έργο του, με τίτλο "Πολιτική ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος"

Από αυτό έγινε αφορμή να αναπαραχθεί σε εκατοντάδες αντίγραφα και να γίνει ευρύτατα γνωστός.

Ο Χατζής επέλεξε στον πίνακά του να απεικονίσει τους κήπους της Τερψιθέας καθώς αποτελούσαν το ωραιότερο πάρκο εκείνη την εποχή, ευρισκόμενο επί της άλλοτε Λεωφόρου Σωκράτους, μετέπειτα Βασιλέως Κωνσταντίνου και σημερινή Ηρώων Πολυτεχνείου. 

Ο ατμήλατος σιδηρόδρομος άφησε πολλές αναμνήσεις στους Πειραιώτες τον οποίο αποκαλούσαν "Κολοσούρτη". Διερχόταν από τους κήπους της Τερψιθέας ανάμεσα σε στοιχισμένες ομοιόμορφα δενδροστοιχίες που πλαισίωναν τη διαδρομή του. Ο ζωγράφος Χατζής επέλεξε στο έργο του να απεικονίσει και τον σιδηρόδρομο, διασώζοντάς τον για πάντα στη συλλογική μνήμη. Η μικρή ατμομηχανή σέρνει αγκομαχώντας τρία βαγόνια έχοντας πίσω της ως φόντο τα υπέροχα νεοκλασικά αρχοντικά της Τερψιθέας.

Ο ατμοκίνητος αυτός σιδηρόδρομος που εκτελούσε τη γραμμή Άγιος Βασίλειος - Νέο Φάληρο θα μετατραπεί πολλά χρόνια αργότερα (το 1907) σε ιπποκινούμενος μετά το τραγικό δυστύχημα της Γαργαρέττας. 
Στο ίδιο σημείο του πίνακα του Χατζή, ο ιπποκινούμενος σιδηρόδρομος θα κατασκευάσει τον έναν από τους δύο σταθμούς αντικατάστασης των αλόγων (θα είναι το γνωστό ως ιπποστάσειο Τερψιθέας). 


Μπροστά από τον ατμοκίνητο διακρίνεται ιπποκίνητη άμαξα να διέρχεται την δενδροφυτεμένη λεωφόρο


Την ιστορία του ατμοκίνητου σιδηροδρόμου που απεικονίζεται να διέρχεται από τους κήπους της Τερψιθέας μπορείτε να διαβάσετε εδώ

Η συνοικία Τσίλλερ (Καστέλλα) το 1884 έχει ήδη οικοδομηθεί αλλά η αίγλη της Τερψιθέας διατηρείται ακόμα καθώς συνεχίζει να αποτελεί τον κύριο τόπο περιπάτου των Πειραιωτών. 

Ο πίνακας απεικονίζει θερινή περίοδο αφού οι διερχόμενες κυρίες κρατούν ομπρέλες, για προστασία από τον ήλιο, ενώ στα αριστερά τρία καλοντυμένα παιδιά αστικής τάξης παίζουν με τα νερά του σιντριβανιού, φορώντας τα δύο από αυτά ψάθινα καπέλα. Το αγόρι, είναι ντυμένο ναυτάκι, σύμφωνα με τις συνήθειες της εποχής. 
Το 1878 κατασκευάστηκε από τον Ιωάννη Λαζαρίμο το συντριβάνι των κήπων. 

Τις μαρμάρινες σκάλες των κήπων ετοιμάζεται να ανέβει ένας άνδρας ντυμένος με την παραδοσιακή μακριά φουστανέλα, δημιουργώντας αντίθεση με τις υπόλοιπες ενδυμασίες που είναι αστικές και κύρια με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και της προόδου όπως τονίζεται από την ύπαρξη της ατμομηχανής. 


Ο φουστανελοφόρος που ετοιμάζεται να ανέβει τα μαρμάρινα σκαλιά της Τερψιθέας


Την ιστορία της Πλατείας Τερψιθέας μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ.

Σήμερα η μοναδική κατασκευή που έχει μείνει αναλλοίωτη είναι ο τοίχος που διαχωρίζει το άνω με το κάτω διάζωμα των κήπων. 



    

Τα αχθοφορικά δικαιώματα που εξελίχθηκαν σε βεντέτα (1906)


του Στέφανου Μίλεση


Ένα ταξίδι από τον Πειραιά προς κάθε νησιωτικό ή στεριανό προορισμό ή και αντιστρόφως στα τέλη του 19ου αιώνα στις αρχές του 20ου, αποτελούσε από μόνο του μια πραγματική Οδύσσεια και μια απόδειξη αντοχής, της άριστης φυσικής κατάστασης αλλά και της διατήρησης της ψυχικής υγείας του ίδιου του ταξιδιώτη. Αναφερόμαστε σε μια εποχή κατά την οποία οι περισσότεροι χερσαίοι προορισμοί εκτελούνταν ακόμα με πλοία, καθώς οι δρόμοι ήταν κακοτράχαλοι, το οδικό δίκτυο ανύπαρκτο, ενώ οι σιδηροδρομικές μεταφορές ήταν υποτυπώδεις. Κάτω από αυτές τις συνθήκες το μόνο μέσο που απέμενε για να πας στο Βόλο, στην Πάτρα, στην Κόρινθο και βέβαια σε όλα τα νησιά, ήταν ο βαπόρι. 


Η όλη η ταλαιπωρία του ταξιδιού, δεν ήταν μόνο στο ίδιο καθεαυτό ταξίδι, αλλά και στην προσπάθεια επιβίβασης στο πλοίο ή αποβίβασης από αυτό.


Στην επιβίβαση στα πλοία ο υποψήφιος ταξιδιώτης έπρεπε καταρχάς να βρει τρόπο να φτάσει στο σταθμό του Θησείου (τα πρώτα χρόνια) ή της Ομονοίας (στα επόμενα) για να επιβιβαστεί στο σιδηρόδρομο Αθηνών – Πειραιώς και να κατευθυνθεί προς το λιμάνι του Πειραιά. Εκεί βρισκόταν αντιμέτωπος με ένα πραγματικό χάος, αφού τα πλοία δεν πλεύριζαν στο λιμάνι αλλά απείχαν από τις προβλήτες τόσο, όσο χρειάζονταν για να καθίσταται αναγκαία η περίφημη μεταφορά επιβατών και αποσκευών με βάρκες. Πριν όμως από την επιβίβαση στις βάρκες, προηγείτο η έρευνα στις αποσκευές, καθώς τότε εφαρμόζονταν τα περίφημα «Διαπύλια Τέλη»

Επρόκειτο για έναν φόρο που αποτελούσε το κυριότερο δημοτικό έσοδο, και αφορούσε συγκεκριμένα προϊόντα που μπορούσε να αγοράσει κάποιος στην Αθήνα ή στον Πειραιά, αλλά δεν επιτρεπόταν να τα εξάγει εκτός των ορίων των πόλεων αυτών. Στην περίπτωση εξαγωγής τους, που ήταν συνηθισμένη καθώς η λίστα περιελάμβανε μεγάλο αριθμό προϊόντων, επιβαλλόταν ένα μικρό τέλος. Για αυτό το μικρό όμως τέλος, γινόταν ενδελεχής έρευνα είτε από τελωνοφύλακες μέσα στο λιμάνι, είτε από υπαλλήλους του Δήμου εντός του σιδηροδρομικού σταθμού. Μάλιστα τους κεντρικούς δρόμους εισόδων – εξόδων πόλεων, όπως η οδός Πειραιώς,  υπήρχαν και κατάλληλα οικήματα για την είσπραξη των τελών αυτών. Στο Νέο Φάληρο, στην παραλία, μέχρι πριν μερικές δεκαετίες, διατηρείτο ακόμα ένα τέτοιο οίκημα, που αποκαλείτο «καπέλο» καθώς όλη η κατασκευή θύμιζε ένα πηλήκιο! 

Τα διαπύλια Τέλη του Νέου Φαλήρου το 1935 στο γνωστό οίκημα ως "Καπέλο"


Μόλις λοιπόν ο υποψήφιος επιβάτης έφτανε σαστισμένος στον σιδηροδρομικό σταθμό στον Πειραιά, ως πρώτη προϋπόθεση του ταξιδιού του ήταν να υποστεί έρευνα των αποσκευών του, είτε επί τόπου στον σταθμό, είτε αμέσως μετά από τους τελωνοφύλακες στις αποβάθρες του λιμανιού. Αμέσως μετά, έπρεπε να αποφασίσει με ποιο πλοίο θα ταξιδέψει, καθώς τα βαπόρια τότε ήταν τελείως διαφορετικά μεταξύ τους. Διέφεραν σημαντικά στην ταχύτητα, στις τιμές των εισιτηρίων, στην ενδιαίτηση εντός του πλοίου, στα ενδιάμεσα λιμάνια που έπιαναν και σε τόσα άλλα που καθιστούσαν την απόφαση, όμοια με απόφαση ζωής και θανάτου! Άλλα από αυτά ήταν ατμόπλοια κι άλλα ιστιοφόρα, σε άλλα κοιμόσουν στο κατάστρωμα, σε άλλα σε αιώρα και σε κάποια εντός καμπίνας! Και η πληροφόρηση καθίστατο ακόμα πιο δύσκολη, καθώς οι υπάλληλοι των πλοίων οι γνωστοί «κράχτες» ήταν ειδικοί στην παραπληροφόρηση! Έλεγαν ψέματα για τα άλλα πλοία προς το δυσμενέστερο, ψέματα για τα πλοία που αντιπροσώπευαν προς το ευμενέστερο, έλεγαν ψέματα γενικώς κατά όπως τους συνέφερε. Οι υποψήφιοι επιβάτες αποτελούσαν εν δυνάμει υποψήφια θύματα και μάλιστα πρώτης τάξεως!



Αλλά κι αν ο υποψήφιος επιβάτης κατάφερνε να επιλέξει σε ποιο από τα πλοία θα επιβιβαζόταν, μεσολαβούσε ο γνωστός και μη εξαιρετέος αχθοφόρος. Ήταν ο υπάλληλος του λιμανιού ο οποίος άρπαζε υποχρεωτικά τη βαλίτσα από το χέρι του ταξιδιού για να του ελαφρύνει όχι τα χέρια, αλλά την τσέπη. Διότι το δεκάδραχμο, για τα αχθοφορικά δικαιώματα, ήταν υποχρεωτικό ακόμα κι αν στο χέρι κρατούσες μια ομπρέλα! Τότε ο αχθοφόρος την άρπαζε κι άρχιζε να τρέχει μπροστά όχι προς την επιθυμητή κατεύθυνση, αλλά προς εκείνη που ο ίδιος ήθελε να επιβιβάσει τον υποψήφιο επιβάτη. Ο αχθοφόρος παρά την όποια επιλογή του ταξιδιώτη, προσπαθούσε να τον πείσει για κάτι διαφορετικό, παρουσιάζοντάς του ανύπαρκτα μειονεκτήματα για το πλοίο που επέλεξε ή εξίσου ανύπαρκτα πλεονεκτήματα για το πλοίο που ο ίδιος πρότεινε, καθώς εάν τον έπειθε, θα λάμβανε τα «μεσιτικά» από εκείνον που το πρακτόρευε.  Και ήταν γεγονός ότι τα βαπόρια που πρότειναν οι αχθοφόροι ήταν τα χειρότερα, για αυτό άλλωστε και οι πράκτορές τους κατέβαλαν τα «μεσιτικά».

Ακτή Μιαούλη 1900

Εάν ο ταξιδιώτης ωστόσο κατάφερνε να μείνει ακλόνητος στην απόφασή του και να συνεχίσει σταθερά προς τον προορισμό του, θα έπρεπε να περάσει έναν ακόμα σκόπελο, χειρότερο του προηγούμενου, που ήταν ο βαρκάρης. Όπως ο αχθοφόρος προσπαθούσε να μεταπείσει τον επιβάτη στη στεριά, όμοια και ο βαρκάρης στη θάλασσα. Αν και η επίσημη αποστολή του βαρκάρη ήταν η μεταφορά του ταξιδιώτη από την άκρη της προβλήτας έως το πλοίο, που συνήθως έστεκε πρυμνοδετημένο λίγα μέτρα πιο κάτω. 


Οι βαρκάρηδες ωστόσο δεν περίμεναν μέσα στις βάρκες τους  επιβάτες, αλλά στην άκρη της προβλήτας. Μόλις πλησίαζε ο αχθοφόρος έτρεχαν να αρπάξουν τη βαλίτσα από το χέρι του, να την πετάξουν μέσα στη βάρκα, ώστε να ακολουθήσει υποχρεωτικά και ο επιβάτης. Οι αχθοφόροι έκαναν συνεργασίες «κολεγιές» με τους βαρκάρηδες για συγκεκριμένα πλοία. Συνέβαινε πολλές φορές, εάν ο επιβάτης είχε πολλές βαλίτσες, μια να αρπαχθεί από έναν λεμβούχο και η δεύτερη από κάποιον άλλον! Όμοια οι λεμβούχοι, όπως και οι αχθοφόροι, είχαν επίσης «πιαστεί» από τις εταιρείες ώστε να προτείνουν συγκεκριμένο πλοίο ο καθένας. Έτσι είχε συμβεί η μια βαλίτσα να τραβούσε προς ένα πλοίο, η δεύτερη σε άλλο και ο ίδιος ο επιβάτης σε μια τρίτη βάρκα να κινείται σε διαφορετικό πλοίο.


Ακτή Μιαούλη 1903


Συνέβαινε πολλές φορές, εάν ο επιβάτης είχε πολλές βαλίτσες, μια να βρεθεί στα χέρια ενός λεμβούχου και η δεύτερη από κάποιον άλλον! Όμοια οι λεμβούχοι, όπως και οι αχθοφόροι, είχαν επίσης «πιαστεί» από τις εταιρείες ώστε να προτείνουν συγκεκριμένο πλοίο ο καθένας. Έτσι είχε συμβεί η μια βαλίτσα να τραβούσε προς ένα πλοίο, η δεύτερη σε άλλο και ο ίδιος ο επιβάτης σε μια τρίτη βάρκα να κινείται σε διαφορετικό πλοίο.

Αλλά και η αντίστροφη διαδρομή της αποβίβασης στο λιμάνι του Πειραιά είχε τους δικούς της νόμους, αλλά με την αντίστροφη διαδρομή. Από το πλοίο στον βαρκάρη κι από εκεί στην προβλήτα και στο αχθοφόρο για την αίθουσα του Τελωνείου. Έλεγχος αποσκευών και πεζοπορία για τον σιδηροδρομικό σταθμό.   






Μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία οι παρεξηγήσεις δίνανε και παίρνανε. Δεν ήταν λίγο πράγμα να σου επιτεθεί κάποιος στα ξαφνικά και να βάζει χέρι στις αποσκευές σου ή να στις αρπάζει με το έτσι θέλω τρέχοντας προς μια κατεύθυνση.
Μετά από καυγάδες με αγριοφωνάρες και απειλές, προς όλες τις κατευθύνσεις, οι παρεξηγήσεις λύνονταν  με ένα «παρντόν» ή «με το συμπάθιο» σα να μην είχε συμβεί το παραμικρό. Όχι όμως πάντοτε.

Τον Φεβρουάριο του 1906 το ιταλικό ατμόπλοιο «Φλόριο» καταπλέει από τα Χανιά στον Πειραιά. Ανάμεσα στους επιβάτες που αποβιβάζονται και δεκαπέντε Κρητικοί του οπλαρχηγού της κρητικής επανάστασης του Καπετάν Βάρδα. Οι αχθοφόροι τους αναμένουν, λαμβάνουν τα πράγματά τους και τα μεταφέρουν στο Τελωνείο για τον καθιερωμένο έλεγχο. Από αυτούς δύο έχουν ξεμείνει πιο πίσω, προχωρώντας αργά έχοντας στα χέρια τις βαλίτσες τους. Τότε ένας Μανιάτης αχθοφόρος τους σταματά και κάνει να αρπάξει τις βαλίτσες για να τις μεταφέρει. Έλα όμως που οι κρητικοί δεν κατανοούσαν από βαρκαδιάτικα, αχθοφορικά και τους παράξενους αυτούς λιμανίσιους κανονισμούς;
-  «Μα αφού βλέπεις ότι τα κρατούμε μόνοι μας. Τι μας φορτώνεσαι;» του λένε. Μα ο αχθοφόρος επιμένει. Και κουβέντα στη κουβέντα, ο λόγος γίνεται τραχύς.
-   «Εσείς οι Κρητικοί δεν θα γίνετε άνθρωποι» απαντά ο Μανιάτης αχθοφόρος.
-    «Όχι εσείς οι Μανιάτες» ανταπαντούν οι Κρητικοί. 

Γρήγορα η λογομαχία μετατρέπεται σε συμπλοκή. Ενισχύουν με μιας οι Κρητικοί τους δικούς τους από τη μια και οι Μανιάτες τον συνάδελφό τους από την άλλη. Η διένεξη επιβατών αχθοφόρων μετατρέπεται σε μάχη Κρητικών και Μανιατών. Ο αχθοφόρος ο Μανιάτης που λεγόταν Ευστάθιος Σαραντέας τραβάει μαχαίρι και καταφέρνει μια στον κρητικό που δεν του έδινε τις βαλίτσες τον Γιάννη Πολυμενάκη. Ο αχθοφόρος με τη βοήθεια του βαρκάρη που ήταν η «κολεγιά» του διαφεύγει. Οι βαρκάρηδες στο πλευρό των αχθοφόρων, αφού και οι δύο τάξεις κάνουν το ίδιο πράγμα. Από ξηράς οι πρώτοι, από θαλάσσης οι δεύτεροι. Οι Κρητικοί που θα αντιληφθούν τη συνεργασία βαρκαρο-αχθοφόρων θα σκοτώσουν λίγο αργότερα έναν  βαρκάρη ονόματι Δημήτρη Τζιλιάνο παρότι δεν ήταν από τη Μάνη αλλά από την Κεφαλλονιά. Η είδηση των επεισοδίων μεταδίδεται ταχέως, γρηγορότερα και από το αναστάσιμο φως.

Από τη συνοικία των Κρητικών κατεβαίνουν ομάδες Κρητικών οπλισμένων με ό,τι βρίσκει πρόσφορο ο καθένας, οι οποίοι αναζητούν να βρουν Μανιάτες στον Πειραιά, κυρίως στα λεγόμενα μανιάτικα καφενεία. Γυρνούν μανιασμένα στα σημεία που συνήθως συχνάζουν Λάκωνες. Η πρώτη μάχη γίνεται στο γνωστό «Γιαχνί σοκάκι», στο στενό δηλαδή του Αγίου Σπυρίδωνα. Η δεύτερη στην Τρούμπα. Οι Κρητικοί δεν εμπιστεύονται την επέμβαση της Αστυνομίας καθώς στα αστυνομικά τμήματα του Πειραιά υπηρετούν πολλοί Μανιάτες. Το "Μανιάτης είναι ο Παπάς, Μανιάτης ο Αστυνόμος, Μανιάτικος κι ο νόμος" είναι άλλωστε γνωστό! Αρνήθηκαν να παραδώσουν τον οπλισμό τους και ταμπουρώθηκαν στην κορυφή του λόφου της Καστέλλας.  

Ο Πειραιάς θυμίζει στρατοκρατούμενη πολιτεία. Στο μεταξύ έρχονται στο φως τα πραγματικά περιστατικά. Ο κρητικός Ιωάννης Πολυμενάκης, εκείνος που αρνείτο να δώσει τις αποσκευές του στο λιμάνι, δεν ήταν νεκρός αλλά τραυματισμένος στα νεφρά. Τρεις άλλοι όμως είχαν πέσει νεκροί (ένας Κρητικός, ένας Μανιάτης και ένας Κεφαλλήνιος βαρκάρης) επειδή όλοι πίστεψαν ότι ο Πολυμενάκης είχε πεθάνει. Η υποψία φονικού του ενός, δημιουργεί βεντέτα στην οποία τρεις πέφτουν στην πραγματικότητα νεκροί!


13 Φεβρουαρίου 1906 - Η παρεξήγηση των "αχθοφορικών δικαιωμάτων" που έφτασε να παρουσιαστεί ως "Άγια φυλετική έριδα"


Δεκάδες άλλοι ήταν τραυματίες και ζημιές πολλών εκατομμυρίων δραχμών. Η σύγκρουση Κρητικών - Μανιατών είχε προκληθεί από μια παρεξήγηση, που είχε να κάνει με τη χαοτική διαδικασία που απαιτούσε η επιβίβαση ή αποβίβαση ταξιδιωτών στα πλοία του λιμανιού του Πειραιά. Τα βαρκαδιάτικα, τα αχθοφορικά, οι κολεγιές, οι αγκαζαρισμένοι αχθοφόρους και βαρκάρηδες, τα διαπύλια τέλη και ο υποχρεωτικός έλεγχος των αποσκευών, δημιούργησαν μια κατάσταση που έφτασε να παρουσιαστεί από τον τύπο της εποχής ως εμφύλιος πόλεμος, φυλετική έριδα και ένοπλος στάσις. Της περίστασης προσπάθησαν να επωφεληθούν οι Κεφαλλήνες οι οποίοι πρότειναν να αναλάβουν τα αχθοφορικά δικαιώματα στη θέση των Λακώνων!    

Ποτέ άλλοτε τόσο ασήμαντες λεπτομέρειες δεν είχαν δημιουργήσει ένα τόσο σοβαρό πρόβλημα.