"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Η 14η Οκτωβρίου του 1944 είναι η επέτειος απελευθέρωσης του Πειραιά



του Στέφανου Μίλεση

Οδεύουμε ταχέως για μια φορά ακόμα προς την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, ενώ μόλις πριν από λίγες ημέρες, αφήσαμε πίσω μας τον εορτασμό για την απελευθέρωση της Αθήνας που έγινε στις 12 Οκτωβρίου του 1944. Ανάμεσα σε αυτές τις δυο ημερομηνίες της 12ης Οκτωβρίου και της 28ης Οκτωβρίου μεσολάβησαν τέσσερα χρόνια αίματος και θυσίας που προκάλεσε ο Ελληνο-ιταλικός πόλεμος και η γερμανική κατοχή που ακολούθησε. Είμαι υποχρεωμένος για μια φορά ακόμα να επαναλάβω αυτό για το οποίο ήδη έχω αναφερθεί και στο παρελθόν. Η 12η Οκτωβρίου του 1944 αν σήμερα εορτάζεται ως ημέρα Απελευθέρωσης της πόλης των Αθηνών, και πολύ σωστά εορτάζεται, αποτελεί ωστόσο για τον Πειραιά, μια ημέρα πένθους και υπέρτατης θυσίας καθώς τότε διεξήχθησαν οι πιο φονικές μάχες σε πολλά σημεία της πόλης. 

Στον Πειραιά η απελευθέρωση όχι μόνο δεν ήρθε τη 12η Οκτωβρίου, αλλά θα έπρεπε να αποτελεί και μια μέρα περίσκεψης στη μνήμη εκείνων που έπεσαν για να προστατεύσουν την υποδομή της πολιτείας. Κι αυτό διότι το Γερμανικό σχέδιο δεν προέβλεπε για τον Πειραιά μια υποστολή σημαίας, όπως έπραξαν στην Ακρόπολη οι Γερμανοί, ούτε κάποια κατάθεση στεφάνου στο μνημείο του Αγνώστου στρατιώτη. Στον Πειραιά οι Γερμανοί δεν έφυγαν εν μέσω κόσμου που πανηγύριζε για την αποχώρησή τους. Το Γερμανικό Σχέδιο προέβλεπε για τον Πειραιά την ολοσχερή καταστροφή του! Τόσο ο τρόπος αποχώρησης όσο και η συμπεριφορά των Γερμανών, διέφεραν ριζικά στις δύο πόλεις. 

Στην Αθήνα ο Γερμανός Διοικητής Φέλμυ είχε στείλει μια επιστολή στον Δήμαρχο ανακοινώνοντάς του, ότι οι Γερμανοί θα εγκαταλείψουν μια ανοχύρωτη πόλη! Κι αυτό το «ανοχύρωτη» σήμαινε ουσιαστικά ότι θα αναχωρούσαν ήσυχα χωρίς να προκαλέσουν καταστροφές. Φυσικά δεν το έπρατταν από αγάπη για τα αρχαία μνημεία της, αλλά προς το δικό τους συμφέρον καθώς αυτό τους υπεδείκνυε να φύγουν καλύπτοντας τα νώτα τους. Για τον Πειραιά όμως δεν ίσχυε το ίδιο. Οι εγκαταστάσεις του μεγαλύτερου λιμανιού της Ανατολικής Μεσογείου έπρεπε να καταστούν άχρηστες στους επόμενους. 

Ήδη από την 11η Οκτωβρίου επιχειρεί στον Πειραιά ένα σώμα ανατινάξεων και ειδικών σαμποτάζ, που σκοπό έχει  να ανατινάξει τους γερανούς του λιμανιού, τα κρηπιδώματα, τη δεξαμενή του Βασιλειάδη, τις αποθήκες του λιμανιού, τα Σιλό, τους Μύλους του Αγίου Γεωργίου, τη Ναυτική Σχολή Δοκίμων, το Χατζηκυριάκειο Ορφανοτροφείο, την περιστρεφόμενη πλάκα στο σιδηροδρομικό σταθμό του Ρέντη,  το εργοστάσιο Παπαστράτου, την Κοπή και βεβαίως το εργοστάσιο της Ηλεκτρικής εταιρείας Πάουερ στο Κερατσίνι. Και αυτά τα σχέδια καταστροφής στις περισσότερες φορές υλοποιήθηκαν. 

Η δεξαμενή του Βασιλειάδη καταστράφηκε, ενώ όλες οι εγκαταστάσεις του λιμανιού ανατινάχθηκαν. Εκείνα που διασώθηκαν ήταν όσα υπερασπίστηκε με το αίμα τους ο ελληνικός λαός που είχε συσπειρωθεί γύρω από τις διάφορες ομάδες του ΕΛΑΣ. Αυτά δεν τα γράφω εγώ, ποιος είμαι άλλωστε να το τολμήσω; Το γράφουν δεκάδες συγγραφείς και μελετητές της Πειραϊκής ιστορίας, αλλά και ο Κώστας Θεοφάνους στο καταπληκτικό βιβλίο «Η Εθνική Αντίσταση στον Πειραιά 1941 – 44».  

Από το πρωί της 12ης Οκτωβρίου η πόλη του Πειραιά συγκλονίζεται από εκρήξεις και ανατινάξεις, καθώς δυνάμεις του ΕΛΑΣ συγκρούονταν σκληρά, όχι με τους αποχωρούντες Γερμανούς όπως έχει λανθασμένα καταγραφεί, αλλά με τους Γερμανούς εκείνους που είχαν ως διαταγή να υλοποιήσουν τα τερατουργήματά τους.  Στην οδό Αναπαύσεως γίνονταν φονικές οδομαχίες γύρω από τις εγκαταστάσεις της Κοπής. Κάλλιστα θα μπορούσαμε να περιγράφουμε αποκλειστικά και μόνο τα γεγονότα εκείνα που συνέβησαν στη Μάχη της Κοπής! Όμως η μάχη αυτή δεν ήταν η μοναδική. Τη στιγμή λοιπόν, που στην Αθήνα όλοι πανηγύριζαν για τη φυγή των Γερμανών, εδώ στον Πειραιά ο λαός που αντιστεκόταν έγραφε τη δική του ιστορία, που δυστυχώς όμως σήμερα φαίνεται να έχει περάσει στη λησμονιά, καθώς συμπαρασυρόμαστε και εμείς εδώ στον Πειραιά,  πίσω από τις γιορτές απελευθέρωσης της Αθήνας. Ακόμα ένα άλλο στοιχείο ελάχιστα γνωστό ήταν ότι οι Γερμανοί για να υλοποιήσουν τα εγκληματικά τους σχέδια, είχαν τοποθετήσει ακροβολιστές σε διάφορα σημεία του Πειραιά για να πυροβολούν εκείνους που θα έβγαιναν στους δρόμους να πανηγυρίσουν. 



Πολλές μαρτυρίες υπήρχαν για τη Γέφυρα της οδού Πλαταιών στην Πλατεία Ιπποδαμείας όπου αθώοι Πειραιώτες έπεφταν νεκροί καθώς έκαναν το λάθος να βγουν στο δρόμο κρατώντας την ελληνική σημαία παλλόμενοι από τον ενθουσιασμό της αποχώρησης των Ούννων. Και αυτό οι Γερμανοί το έπρατταν καθώς επιθυμούσαν ο κόσμος να παραμείνει έντρομος στα σπίτια του για να μπορούν εκείνοι ανενόχλητοι να προβούν στις προβλεπόμενες ανατινάξεις. 

Είναι γνωστή φυσικά η ιστορία για τις μάχες που έγιναν για τη διάσωση της Ηλεκτρικής Εταιρείας. Αποτέλεσμα των μαχών αυτών ήταν το απόγευμα της 12ης Οκτωβρίου του 1944, η «Ηλεκτρική» να καταληφθεί από ελληνική δύναμη του ΕΛΑΣ και να φανεί προς στιγμή η σωτηρία της. Την επομένη όμως, στις 13 Οκτωβρίου, ένα γερμανικό τμήμα προερχόμενο από το Πέραμα και αποτελούμενο από 60 άνδρες αφού κατέστρεψε τις εγκαταστάσεις και τις δεξαμενές της ΣΕΛ, προχώρησε να ανακαταλάβει την «Ηλεκτρική» για να την ανατινάξει. Έτσι ξεκινά και μια δεύτερη μάχη για τη διάσωση της «Ηλεκτρικής» που διεξάγεται εν μέρει παράλληλα, αλλά κυρίως ύστερα από τη «Μάχη της Κοπής». 

Ο απολογισμός της διήμερης μάχης της Ηλεκτρικής της  12ης και της 13ης Οκτωβρίου ήταν από πλευράς Γερμανών 25 νεκροί και 49 αιχμάλωτοι ενώ από την πλευρά των Ελλήνων 11 νεκροί. Είναι διαφορετικό να διαβάζει κάποιος για την ανατίναξη των εγκαταστάσεων της ΣΕΛ και διαφορετικά όταν έχεις ζήσει από κοντά τόσο δραματικά γεγονότα. Είναι αδύνατον να ξεχάσει κάποιος που ένιωσε την τρομερή έκρηξη των δεξαμενών, το ωστικό κύμα της να διαλύει τζάμια και σπίτια σε κοντινή απόσταση, θραύσματα να εκτινάσσονται διαμελίζοντας και φονεύοντας ανθρώπους. Οικογένειες να χάνουν τα παιδιά τους, τους άνδρες τους, τους πατεράδες τους. Όσοι έζησαν αυτές τις καταστάσεις, θυμούνται ότι η 12η και η 13η Οκτωβρίου για τον Πειραιά, υπήρξαν μέρες αίματος και κανένας εορτασμός που να μοιάζει με εκείνον της Αθήνας δεν τους έρχεται στο νου. 

Οι Μύλοι του Αγίου Γεωργίου, η Ναυτική Σχολή Δοκίμων, το Χατζηκυριάκειο και άλλα λαμπρά οικοδομήματα διασώθηκαν επειδή και μόνο κάποιοι στάθηκαν και τα υπερασπίστηκαν. Ο Πειραιάς ανάσανε το λυτρωτικό αέρα της λευτεριάς στις 14 Οκτωβρίου 1944. Τότε μόνο οι δεκάδες χιλιάδες των Πειραιωτών ξεχύθηκαν στους δρόμους και συγκεντρώθηκαν  μπροστά από το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Τότε μόνο στα σπίτια και στους δρόμους του Πειραιά υψώθηκαν οι ελληνικές και οι αγγλικές σημαίες. 

Τμήματα του ΕΛΑΣ παρελαύνουν στην οδό Καραΐσκου εξερχόμενα προς την Πλατεία Κοραή,
στις 14 Οκτωβρίου 1944. Πίσω το κτήριο της Επαγγελματικής και Οικοκυρικής Σχολής του Δήμου Πειραιώς
οι μαθήτριες της οποίας βρήκαν τραγικό θάνατο στο καταφύγιο της "Ηλεκτρικής" κατά τον βομβαρδισμό της 11ης Ιανουαρίου του 1944. Σήμερα στη θέση του βρίσκεται το Δημαρχείο Πειραιά.
(Αρχείο Βασίλη Μανιτάκη) 


Τέσσερις μέρες αργότερα (στις 18 Οκτωβρίου) ο Πειραϊκός λαός υποδέχθηκε στο Κερατσίνι τον Γεώργιο Παπανδρέου. Δυστυχώς τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν, η βαριά κατάρα που σκιάζει τους Έλληνες από την αρχαιότητα, ο Διχασμός και ο Εμφύλιος, θα φουντώσει τα πολιτικά πάθη και οι θυσίες της αντίστασης των Πειραιωτών θα χαθούν εξυπηρετώντας σκοπιμότητες και μόνο. 

1944 - Άγγλοι και Έλληνας ναύτης στην Πλατεία Κανάρη στο Πασαλιμάνι


Ο λαός του Πειραιά την 12η και την 13η Οκτωβρίου θα σταθεί όρθιος και θα πέσει μαχόμενος στα οδοφράγματα, προασπίζοντας την πόλη του. Καμιά πολιτική ιδεολογία και κανένα κομματικό συμφέρον δεν μπορεί να υπερισχύει μιας ηρωικής πράξης. Ο Πειραιάς είναι λάθος να συμμετέχει επίσημα ως Δήμος, ως Πολιτεία στις εκδηλώσεις απελευθέρωσης της πόλης των Αθηνών. Ο Πειραιάς στις 12 αλλά και στις 13 Οκτωβρίου οφείλει να τιμά τους νεκρούς του και την ιστορία του. Κι αν θα έπρεπε να τιμούμε την ημέρα της απελευθέρωσης μας, τότε αυτή θα ήταν η 14η Οκτωβρίου του 1944. 
   

Ο Πειραιώτης ιατρός Γεώργιος Σουσάνας

Ο ιατρός Γεώργιος Σουσάνας

του Στέφανου Μίλεση


Σπουδαίες μορφές λάμπρυναν με την παρουσία τους τον Πειραιά στο παρελθόν που δυστυχώς όμως, όπως συνήθως συμβαίνει, λησμονήθηκαν παρά το σημαντικό έργο που επιτέλεσαν. Μια τέτοια περίπτωση είναι και του Γεωργίου Σουσάνα

Γεννημένος στον Πειραιά το 1866, ουδέποτε άφησε τη πόλη του αλλά σε όλη του τη ζωή διέμενε σε αυτήν υπηρετώντας την μάλιστα ως ιατρός. Το σπίτι του ήταν επί της λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου στο ίδιο σημείο που κάποτε προϋπήρχε μια ταπεινή κατοικία των γονιών του. Ευτυχώς το έργο του Σουσάνα κατεγράφη από τον δημοσιογράφο Γ. Μπουκουβάλα σε μια σειρά άρθρων του στην εφημερίδα «Κοινωνία» που έφερε τίτλο «Αυτοδημιούργητοι Έλληνες». Μάλιστα η δημοσίευση των άρθρων αυτών έγινε το 1940 λίγες μόλις ημέρες πριν τη κήρυξη του πολέμου. 

Ο Σουσάνας υπήρξε άνθρωπος γεμάτος από αναμνήσεις καθώς πέρασε όλη τη μικρή του ηλικία παίζοντας στα χωράφια, στις έρημες εκτάσεις και στους βαλτότοπους που ήταν γεμάτη ακόμη η πολίχνη που καλείτο Πειραιάς. Ο Σουσάνας βεβαίως δεν γεννήθηκε πλούσιος καθώς η οικογένειά του ήταν φτωχή και επιπλέον ήταν και πολυμελής. Είχε έναν αδελφό τον Κωνσταντίνο Σουσάνα που σπούδασε φαρμακοποιός και τρεις αδελφές. Ωστόσο από τα μαθητικά του χρόνια ήδη ο Γιώργος Σουσάνας είχε αποφασίσει να γίνει ιατρός. 

Τελείωσε στον Πειραιά το Δημοτικό και το Γυμνάσιο και πέρασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αναγκάστηκε να φύγει από τον Πειραιά και να εγκατασταθεί στην Αθήνα προκειμένου να τελειώσει τις σπουδές του. Καθώς δεν διέθετε χρήματα ζούσε ως φοιτητής με ελάχιστους πόρους νοικιάζοντας ένα μικρό και σκοτεινό δωμάτιο στην οδό Σόλωνος. Αυτό το μικρό δωμάτιο έμοιαζε με κελί μοναστηριού καθώς ο Σουσάνας αποσύρθηκε στην κυριολεξία από τα εγκόσμια διαβάζοντας ατέλειωτες ώρες μέρα και νύχτα. Διάβαζε από τις σημειώσεις που κρατούσε τις ώρες των παραδόσεων καθώς στερούμενος χρημάτων δεν είχε τη δυνατότητα να αγοράζει τα πανεπιστημιακά συγγράμματα. Μόνη του έξοδος αποτελούσαν οι δανειστικές βιβλιοθήκες στις οποίες ο Σουσάνας κατέφευγε προκειμένου να δανείζεται τα βιβλία που δεν μπορούσε να αγοράσει. 

Η σπιτονοικοκυρά του Σουσάνα στο μικρό δωματιάκι της οδού Σόλωνος, συχνά αναρωτιόταν αν ο παράξενος νοικάρης της ζούσε και του χτυπούσε κατά καιρούς την πόρτα για να λάβει μια απάντηση, δείγμα ζωής, από τον ασκητικό φοιτητή. Ο Σουσάνας έμενε κλεισμένος στο δωμάτιό του μελετώντας για μέρες αντιμετωπίζοντας επικίνδυνα το φαινόμενο του υποσιτισμού αφού το μόνο που έβαζε στο στόμα του ήταν νερό και καφές που ο ίδιος έφτιαχνε μέσα στο δωμάτιό του σε ένα μικρό καμινέτο, μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο. Όταν κάποτε ο Σουσάνας τελείωσε τις ιατρικές του σπουδές επέστρεψε πίσω στον Πειραιά. Εκείνη την εποχή στρατεύθηκε και ονομάστηκε Ανθυπίατρος. Ωστόσο κλήθηκε αργότερα και πάλι την περίοδο του 1915 – 16 για να λάβει μέρος στις εκστρατείες εκείνης της περιόδου κατατασσόμενος στο Α’ Σώμα Στρατού. Αμέσως μετά επιδόθηκε με πίστη στο ιατρικό του λειτούργημα παρέχοντας τις ιατρικές του γνώσεις στον πληθυσμό μιας πόλης που είχε ανάγκη από ιατρούς και γρήγορα έγινε αναγνωρίσιμος από την πειραϊκή κοινωνία. 

Ο Σουσάνας τέλεσε γάμο με την Χρυσανθοπούλου η οποία καταγόταν από τον Πόρο. Παράλληλα ήταν και πιστός χριστιανός, επισκεπτόμενος κατ΄ επανάληψη τα Ιεροσόλυμα και τους Άγιους Τόπους. Σε εκείνες τις επισκέψεις του παρείχε τις ιατρικές του φροντίδες σε ασθενείς του Πατριαρχείου και στους χριστιανούς των περιοχών που επισκεπτόταν. Για αυτή την προσφορά του το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων του απένειμε το Μεγαλόσταυρο του Πανάγιου Τάφου. Αλλά και στον Πειραιά ο Σουσάνας είχε στενές σχέσεις με την εκκλησία, καθώς προσέφερε τις υπηρεσίες του στο Τ.Α.Κ.Ε. που ήταν το Ταμείο Εισπράξεων υπέρ του Κλήρου της Ελλάδος που έδρευε στο Ναό της Αγίας Τριάδος. Ως γιατρός ο Σουσάνας απέκτησε καλή φήμη στον Πειραιά και για αυτό τον τιμούσαν εκλέγοντάς τον Δημοτικό Σύμβουλο. Πρώτη φορά ανέλαβε καθήκοντα Δημοτικού Συμβούλου επί Δημαρχίας Τρύφωνα Μουτζόπουλου (1899 – 1903). 








Ήταν εποχή που στον Πειραιά δυστυχώς τα άπορα και "νόθα" παιδιά οι μητέρες τους  τα εγκατέλειπαν σε βρεφοδόχους στην Αθήνα. Η συνήθεια αυτή αποτελούσε πραγματική μάστιγα τόσο μεγάλη, που ο τότε Δήμαρχος Αθηναίων Σπύρος Μερκούρης έκανε παραστάσεις διαμαρτυρίας στον Δήμαρχο Πειραιώς Τρύφωνα Μουτζόπουλο για να σταματήσει επιτέλους η αποστολή βρεφών από τον Πειραιά στην Αθήνα. Αυτό ήταν ένα μεγάλο πρόβλημα στις αρχές τους εικοστού αιώνα γνωστό ως θέμα εκθέτων βρεφών. Μέχρι που ένα πρωινό στους βρεφοδόχους των Αθηνών βρέθηκαν δεκαπέντε βρέφη αδήλωτα που οι μαρτυρίες των περιοίκων ήθελαν να έχουν τοποθετηθεί εκεί από απελπισμένες γυναίκες που ανέβαιναν από τον Πειραιά. Τότε ήταν που ο Μερκούρης έφτασε να θυμώσει τόσο πολύ, ώστε ειδοποίησε τον Μουτζόπουλο  πριν ακόμα ξημερώσει να στείλει άμαξες για να τα πάρει πίσω στον Πειραιά. Τότε ο Μουτζόπουλος περιήλθε σε αμηχανία καθώς δεν γνώριζε τι θα μπορούσε να πράξει για αυτά τα παιδιά και ειδοποίησε αμέσως τον Σουσάνα που ήταν Δημοτικός του Σύμβουλος αλλά και Γραμματέας του Δήμου. Ο Σουσάνας κατάφερε με υπεράνθρωπες προσπάθειες να βρει τροφούς Πειραιώτισσες για να αναλάβουν τα βρέφη που οι ασυνείδητες μητέρες τους είχαν εναποθέσει σε βρεφοδόχους. Για αυτή την παρέμβαση ο Γεώργιος Σουσάνας τιμήθηκε με πρόταση του Δημάρχου και την ομόφωνη γνώμη του Δημοτικού Συμβουλίου Πειραιώς με το παράσημο του Σωτήρος. 

Βρεφοδόχος Αθηνών το 1929

Ο Σουσάνας εξελέγη δημοτικός Σύμβουλος και κατά τις περιόδους 1925 – 1929 και 1929 – 1933. Παράλληλα διακρίθηκε και ως Πρόεδρος του Προσκοπικού Συνδέσμου Πειραιώς, που ήταν ο πρόδρομος του θεσμού των Ενώσεων Παλαιών Προσκόπων που λειτουργούν σήμερα σε ολόκληρη τη χώρα. Πλούσια αρθρογραφία του Σουσάνα συναντούμε σήμερα σε πολλές εφημερίδες της εποχής, καθώς διατήρησε ζωντανή τη μνήμη του από τα παιδικά του χρόνια που ο Πειραιάς ήταν ακόμα αδιαμόρφωτος. 

Στα ιστορικά του σημειώματα ο ίδιος έχει καταγράψει ότι:

«Οι πρώτοι οικιστές του Πειραιά αμέσως μετά την εθνική επανάσταση, ήλθαν ιδίως εξ Ύδρας οίτινες ηγόρασαν οικόπεδα εις μικράν τιμήν και έκτισαν οικίας παρά τον Άγιον Νικόλαον, δημιουργήσαντες ούτω την μεγάλη συνοικίαν των Υδραίικων. Κατόπιν επακολούθησεν η μετανάστευσις των Σπετσιωτών και των Πελοποννησίων. Μεταξύ των Υδραίων ήτο και ο παππούς μου ο Ιώαννης Σουσάνας όστις εγκατεστάθη στον Πειραιά το έτος 1827, ηγόρασε δε κατά τον σωζόμενον τίτλον εις θέσι «Κερατοχώρι» ή «Φραγκοκκλησιά» το ήδη επί της Λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου και μέχρι της οδού Ζωσιμαδών κτίσμα εκ πήχεων οκτακοσίων εβδομήκοντα αντί δραχμών αργυρών ταμιακών οκτακοσίων εβδομήκοντα. Η κύρια είσοδος του κτιρίου το οποίον ανήγειρε ήτο επί της οδού Ζωσιμαδών διότι η της Λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου ήτο βραχώδης και αδιάβατος»

Τέτοιες σημαντικές πληροφορίες κατέγραφε διάσπαρτα σε τοπικές εφημερίδες ο Σουσάνας. Σε άλλο άρθρο του κατέγραφε ότι ο χώρος από τη Λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου μέχρι τη κορυφή του Προφήτη Ηλία και της εισόδου εκεί κοντά της «Σπηλιάς της Αρετούσας» ήταν γεμάτος από παπαρούνες και χαμομήλι. Κάπου – κάπου μόνο υπήρχε κι ένα σπιτάκι. Άνθρωποι σαν την περίπτωση του Γεωργίου Σουσάνα υπήρξαν πολλοί, αλλά δυστυχώς η προσφορά τους όπως συνέβη και με τους ίδιους χάθηκε στην καθημερινότητα.